Αριθμός 132/2020
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Άννα Ρήγα, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος Εφετών του Δικαστηρίου αυτού, και από τη Γραμματέα Καλυψώ Πολυχρονάκη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2020, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση, μεταξύ:
Α` ΕΦΕΣΗ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) ……….(ΑΦΜ ……..ΔΟΥ .......), 2) ...........(ΑΦΜ ...... ΔΟΥ ......), κατοίκων Λαμίας (οδ...........αρ....), 3) ..........και της .........συζύγου ........κατοίκου Λαμίας (οδ.......αριθ... ΑΦΜ.........ΔΟΥ ........), 4).........(ΑΦΜ .........ΔΟΥ ..........και ........(ΑΦΜ .......ΔΟΥ .........), κατοίκων Λαμίας (οδό .........αριθ...) ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους, ........ κατοίκου ομοίως και 5) ........, χήρας .........κατοίκου Κοινότητας ........ του Δήμου Λαμιέων (ΑΦΜ ....ΔΟΥ .....), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αφροδίτη -Φανουρία Καραϊσκου, του Δ.Σ Λαμίας, σύμφωνα με την από 12-1-2020 δήλωσή της, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ..........που διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα ...........όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Ανδρονίκη Καντερέ, του Δ.Σ. Λαμίας, σύμφωνα με την από 12-1-2020 δήλωσή της, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Β’ ΕΚΟΥΣΙΑ ΕΦΕΣΗ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ........που διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα ...........όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Ανδρονίκη Καντερέ, του Δ.Σ. Λαμίας, σύμφωνα με την από 12-1-2020 δήλωσή της, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1) ……….(ΑΦΜ ……..ΔΟΥ .......), 2) ...........(ΑΦΜ ...... ΔΟΥ ......), κατοίκων Λαμίας (...............), 3) ..........και της .........συζύγου ........κατοίκου Λαμίας (οδ.......αριθ... ΑΦΜ.........ΔΟΥ ........), 4).........(ΑΦΜ .........ΔΟΥ ..........και ..........(ΑΦΜ .......ΔΟΥ .........), κατοίκων Λαμίας (οδό .........αριθ...) ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους, ........ κατοίκου ομοίως και 5) .................κατοίκου Λαμίας (οδ.....ΑΦΜ ....ΔΟΥ .....), και 6) .......... κατοίκου Κοινότητας ......... του Δήμου Λαμιέων (ΑΦΜ.....ΔΟΥ ........), εκ των οποίων ο πέμπτος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αφροδίτη - Φανουρία Καραϊσκου, του Δ.Σ Λαμίας, σύμφωνα με την από 12-1-2020 δήλωσή της, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Οι ενάγοντες με την από 6-2-2018 αγωγή τους (αρ. εκθ. κατ. ....../18) κατά της εναγόμενης, την οποία άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ` αυτή. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και, συγκεκριμένα, των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα και τη σύμβαση ασφάλισής τους (591 και 614 παρ. 6 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 4335/2015, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής μετά την 1η-1ου-2016, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ.2 Ν. 4335/2016), η υπ’ αριθμ. 166/2020 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή, ως προς μεν τον πέμπτο των εναγόντων, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ως προς δε τους λοιπούς, έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη. Η εναγόμενη, με την από 29-7-2020 και με αριθμό έκθ. κατ. …../29-7-2020 έφεσή της ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Λαμίας και ….../29-7-2020 ενώπιον της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου, προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση. Οι ενάγοντες, πλην του πέμπτου εξ` αυτών, με την από 29-7-2020 και με αριθμό έκθ. κατ. …./29-7-2020 έφεσή τους ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Λαμίας και …../29-7-2020 ενώπιον της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου, προσβάλλουν επίσης την πρωτόδικη απόφαση. Η συζήτηση των εφέσεων ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
ΚΑΤΑ τη συζήτηση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου των ανωτέρω δικογράφων, τα οποία συνεκφωνήθηκαν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους κατέθεσαν προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Οι υπό κρίση δύο αυτοτελείς εφέσεις : α) η από 29-7-2020 (αρ.έκθ.κατ. …./29-7-2020 ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Λαμίας και …./29-7-2020 ενώπιον της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου) έφεση των εναγόντων, πλην του πέμπτου εξ` αυτών και β) η από 29-7-2020 (αρ.έκθ. κατ. …./29-7-2020 ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Λαμίας και …../29-7-2020 ενώπιον της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου) έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, κατά της υπ’ αριθμ. 166/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία η από 6-2-2018 (αρ.έκθ.κατ. …….../18) αγωγή των εναγόντων κατά της εναγομένης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς τον πέμπτο εξ` αυτών, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ως προς τους λοιπούς, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, ως στρεφομένων κατά της αυτής οριστικής αποφάσεως (εκκαλουμένης), καθώς και προς αποφυγή χρόνου και δαπάνης, όπως επίσης και προς αποτροπή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (άρθρο 246 παρ. 1, 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 110 παρ.2, 270 παρ. 1, και 271 (ως ισχύουν), προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, το Δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, (προϋπόθεση που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως αναγόμενη στην προδικασία, που αφορά στη Δημόσια τάξη), η συζήτηση της υπόθεσης κηρύσσεται απαράδεκτη και μπορεί να επισπευθεί μόνο με νέα κλήτευση (άρθρ. 524 παρ. 1 εδ. α` σε συνδ. με άρθρ, 271 παρ. 2 εδ. β` ΚΠολΔ, βλ. Κεραμεύς - Κονδύλης - Νίκας, Ερμ.ΚΠολΔ, Συμπλήρωμα, εκδ. 2003, άρθρ. 271, σελ. 50). Από δε το συνδυασμό των άρθρων 1, 3, 4 και 271 παρ. 1 και 2 (που εφαρμόζεται στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης κατ` άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ), σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση, το Δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν η έφεση και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν σ` αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα, οπότε, στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση συζητείται ερήμην του (524 παρ. 1 εδ. α`, 271 παρ. 2 εδ. α`), η διαδικασία όμως προχωρεί σα να ήταν και αυτός παρών, ενώ ο παριστάμενος διάδικος υποχρεούται, μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση, να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ` αυτήν, διαφορετικά η συζήτηση της έφεσης κηρύσσεται απαράδεκτη (άρθρ, 524 παρ. 4 ΚΠολΔ). Εάν όμως η έφεση και η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον εφεσίβλητο (προϋπόθεση που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο), κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης (άρθρ. 524 παρ. 1 εδ. α` σε συνδ. με άρθρ. 271 παρ. 2 εδ. β` ΚΠολΔ). Εν προκειμένω, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, ο πέμπτος των εφεσιβλήτων της από 29-7-2020 και με αρ. εκθ. κατ. …../29-7-2020 (υπό στοιχείο Β` έφεσης), δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ από την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο τελευταίος κλητεύθηκε από την εκκαλούσα - εφεσίβλητη, προκειμένου να παραστεί στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της έφεσής της, την οποία επισπεύδει η ίδια, χωρίς όμως να επικαλείται ή να προσκομίζει αποδεικτικό επιδόσεως δικαστικού επιμελητή από το οποίο να προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στη αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πέμπτο των εφεσιβλήτων, ώστε να τίθεται θέμα θέσης προθεσμίας σ` αυτήν, κατ` εφαρμογή του άρθρου 227 ΚΠολΔ, προκειμένου να το προσκομίσει. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, η συζήτηση της ως άνω έφεσης πρέπει, ως προς τον πέμπτο των εφεσιβλήτων, να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω ελλείψεως προδικασίας (άρθρ. 110 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνιστάμενης στην μη κλήτευσή του. Ωστόσο, εφόσον, ο εν λόγω διάδικος τυγχάνει απλός ομόδικος με τους λοιπούς εφεσιβλήτους της έφεσης αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς πρόκειται για ευθύνη από αδικοπραξία και, στις περιπτώσεις απλής ομοδικίας, κατά το άρθρο 74 του ίδιου Κώδικα (παρ. 1), κάθε ομόδικος, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους, οι πράξεις δε και οι παραλείψεις του, δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους άλλους (βλ. σχετ. ΑΠ 2081/2017 Δημ. Νόμος) -διότι στην απλή ομοδικία σωρεύονται υποκειμενικά, σε κοινή διαδικασία, περισσότερες, ανεξάρτητες, μεταξύ τους, δίκες, υφίστανται δε τόσα αντικείμενα δίκης όσα και οι απλοί ομόδικοι και η συνένωση των δικών των απλών ομοδίκων έχει αμιγώς δικονομικό, εξωτερικό χαρακτήρα και δεν επηρεάζει τις εσωτερικές τους έννομες σχέσεις, επομένως, οι διαδικαστικές πράξεις κρίνονται για κάθε δίκη χωριστά και ο ομόδικος είναι τρίτος στις δίκες των άλλων ομοδίκων (ΕφΠειρ 292/2019, ΕφΛαρ 113/2013 δημ. Νόμος, Κεραμεύς- Κονδύλης- Νίκας, ΚΠολΔ I (2000) 75 αριθ,Ι, Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ άρθρο 75 αρ.1)- και, λαμβανομένου υπόψη ότι η ερημοδικία ενός εκ των απλών ομοδίκων δεν επηρεάζει τους λοιπούς (ΕφΘεσ 632/2009, δημ. Νόμος), το δε απαράδεκτο της συζήτησης για έναν απλό ομόδικο, δεν εμποδίζει τη συζήτηση της υπόθεσης για τους λοιπούς (ΕφΑΘ 3711/2008 Δνη 2009.1988), πρέπει, ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους, να προχωρήσει κανονικά η συζήτηση της υπό στοιχείο β` έφεσης.
3. Οι υπό κρίση αντίθετες εφέσεις των εναγόντων και της εναγόμενης (που νίκησαν και ηττήθηκαν, αντίστοιχα, εν μέρει), κατά της υπ’ αριθ. 166/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και, συγκεκριμένα, των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα και τη σύμβαση ασφάλισής τους (591 και 614 παρ. 6 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 4335/2015, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής μετά την 1η-1ου-2016, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ.2 Ν. 4335/2016), ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 499, 511, 513 παρ. 1 εδ. β`, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ.1, 520 παρ. 1, 599 παρ.1 και 681Α του ΚΠολΔ), διά της κατάθεσης των αντίστοιχων δικογράφων στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δη, ως προς μεν την υπό στοιχείο Α` έφεση των εναγόντων, στις 29-7-2020 ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Λαμίας (αρ.εκθ.κατ. …./29-7-2020) ήτοι, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ διετίας από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (15-7-2020), ως προς δε την υπό στοιχείο β` έφεση της εναγόμενης, στις 29-7-2020 ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Λαμίας (αρ.εκθ.κατ. …./29-7-2020) ήτοι, εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης σ` αυτήν, που έλαβε χώρα στις 29-6-2010 (βλ. σχετ. την υπ`αριθμ. ...../29-6-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Λαμίας με έδρα το Πρωτοδικείο Λαμίας, ..........). Συνεπώς, οι ένδικες εφέσεις, που αρμοδίως φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει, ενόψει και του ότι για κάθε μία από αυτές έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (άρθ.495 παρ.4 ΚΠολΔ), να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω στην ουσία τους, ήτοι ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, μέσα στα όρια που καθορίζονται κατ` άρθρο 522 ΚΠολΔ, κατά την ίδια διαδικασία (άρθ.533 παρ. 1,674 παρ.2 του ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων.
4. Με την από 6-2-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……../18 αγωγή τους, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι κατά τον αναφερόμενο σε αυτή τόπο και χρόνο, ο ……….του ……….οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφ. …….. ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του αστική ευθύνη, στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε, από αποκλειστική υπαιτιότητά του, το περιγραφόμενο στην αγωγή αυτοκινητικό ατύχημα και δη, από αμέλεια του, έγινε υπαίτιος σύγκρουσης του αυτοκινήτου του με την οδηγούμενη από το ……….δίκυκλη μοτοσυκλέτα, υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου και την πρόκληση υλικών ζημιών στη δίκυκλη μοτοσικλέτα του. Ότι ο ανωτέρω θανατωθείς ήταν τέκνο της πρώτης, αμφιθαλής αδελφός των δεύτερης και τρίτης και, ετεροθαλής αδελφός του τέταρτου των εναγόντων (ανηλίκου, εκπροσωπουμένου στη δίκη από τους γονείς του), κουνιάδος του πέμπτου και εγγονός της έκτης εξ αυτών, οι οποίοι συνδέονταν μαζί του με δεσμούς αγάπης και δοκίμασαν ψυχικό πόνο από την απώλειά του. Με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς, ζητούσαν, μετά τη νόμιμη τροπή του αρχικώς καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος, σε αναγνωριστικό : 1) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει, υπό την αναφερόμενη ιδιότητά της, να καταβάλει α) σε καθεμία από τις τρεις πρώτες εξ` αυτών, το ποσό των 150.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο του υιού και αδελφού τους, αντίστοιχα, επιφυλασσόμενες να ζητήσουν, έκαστη εξ` αυτών, το επιπλέον αυτού ποσό των 50,00 ευρώ για την ίδια αιτία, κατά την παράστασή τους ως πολιτικώς ενάγουσες, ενώπιον του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου, β) το ποσό των 60.000,00 ευρώ στον πέμπτο και την έκτη των εναγόντων, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο του κουνιάδου και εγγονού τους, αντίστοιχα, καθώς και γ) το ποσό των 100.000,00 ευρώ στους τέταρτους εξ αυτών, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα αυτού, για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη το τελευταίο, από το θάνατο του ετεροθαλούς αδελφού του και 2) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει σε καθεμία των τριών πρώτων εναγουσών, ως αποζημίωση λόγω της ολοσχερούς καταστροφής της δίκυκλης μοτοσικλέτας του θανόντος, το ποσό των 3.500,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στην κληρονομική μερίδα μιας εκάστης εξ` αυτών, ποσοστού 14/48 εξ` αδιαιρέτου, καθώς και στους τέταρτους ενάγοντες, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους και για την ίδια αιτία, το ποσό των 1.500,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στην κληρονομική του μερίδα, ποσοστού 6/48 εξ` αδιαιρέτου, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη ως προς όλους τους ενάγοντες, πλην του πέμπτου εξ` αυτών (ως προς τον οποίο έκρινε αυτήν απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησής του ως διαδίκου, ως πρόσωπο μη συμπεριλαμβανόμενο, κατά νόμο, στην έννοια της οικογένειας και, επομένως, μη δικαιούμενο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης) και ως προς όλα τα κεφάλαιά της, πλην του αιτήματος περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής (το οποίο, μετά τον περιορισμό του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό στο σύνολό του, έκρινε απορριπτέο ως μη νόμιμο), έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και, αφού δέχθηκε την ύπαρξη βαρύνουσας το θανόντα, συντρέχουσας αμέλειας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ποσοστού 20%, κατά το οποίο μείωσε τα ποσά που επιδίκασε, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλλει στους ενάγοντες : 1) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν αυτοί από τη θανάτωση του …………..α) το ποσό των 60.000 ευρώ για την πρώτη των εναγόντων (μητέρα), β) το ποσό των 40.000 ευρώ για έκαστο των αδελφών του δεύτερη, τρίτο και τέταρτο εξ` αυτών και γ) το ποσό των 15.000 ευρώ για την έκτη από αυτούς, γιαγιά του και 2) ως αποζημίωση, λόγω της ολοσχερούς καταστροφής της με αριθμ. κυκλοφ. ………. δίκυκλης μοτοσικλέτας ιδιοκτησίας του θανόντος, α) σε καθεμία των τριών πρώτων εναγουσών, το ποσό των 2.800,00 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 1.200,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες, πλην του πέμπτου εξ` αυτών, με την υπό κρίση έφεσή τους, με την οποία ζητούν, για τους αναφερόμενους σ` αυτή λόγους, αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, προς το σκοπό παραδοχής της αγωγής τους ως ουσιαστικά βάσιμης, σε όλα αυτής τα κεφάλαια, πλην του κεφαλαίου της που αφορά στην απόρριψή της ως απαράδεκτης, ως προς τον πέμπτο των εναγόντων. Κατά της αυτής ως άνω αποφάσεως παραπονείται και η εναγόμενη, με την (υπό στοιχείο B`) έφεσή της, με την οποία ζητεί, για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους, αναγόμενους επίσης σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, προκειμένου να απορριφθεί κατ` ουσίαν, στο σύνολό της, η σε βάρος της ασκηθείσα αγωγή. Πρέπει, επομένως, να ακολουθήσει η ουσιαστική έρευνα των λόγων των εφέσεων.
5. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β` και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση, προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Στις διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητα και τη σύμβαση ασφάλισής τους, η ύπαρξη της υπαιτιότητας, δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατ` άρθρο 300 ΑΚ (ΑΠ 253/2020, Α.Π. 213/2016, ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011, δημ. Νόμος). Ειδικότερα, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ο ένας από αυτούς παραβίασε διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999 - Κ.Ο.Κ.), αφού μόνη η παράβαση των διατάξεών του από τους οδηγούς, δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου, από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 270/2018, ΑΠ 1303/2017, ΑΠ 1048/2017, Α.Π. 881/2017, ΑΠ 705/2016, ΑΠ 638/2017, δημ. Νόμος). Επίσης, και μόνη η τήρηση των ελάχιστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών του (ΑΠ 1303/2017, ΑΠ 1048/2017, ΑΠ 813/2017, ΑΠ 324/2016, δημ. Νόμος).
6. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ , «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης». Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μια δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου", εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία, τα οποία, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, λαμβάνει υπόψη του προκειμένου να καθορίσει, στη συνέχεια, το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, είναι, κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών και οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά, πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης, στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε, το αντικειμενικό αυτό μέτρο, από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά στο ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικός ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2§1 και 25 του Συντάγματος, βλ. σχετ. ΟλΑΠ 10/2017, ΑΠ 43/2020 ΑΠ 9/2015, δη μ. Νόμος), με την έννοια ότι, η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση, σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, και τούτο διότι, μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά στον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά στον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017, δημ. Νόμος). Ενταύθα σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και, συνακόλουθα, το ’`εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου, η αρχή της αναλογικότητας υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 21/2000, Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 442/2017, ΑΠ 90/2017 δημ. Νόμος). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. 3 ΑΚ, ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης." Στη διάταξη αυτή, δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου «οικογένεια του θύματος», προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσης του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος, ως αόριστης νομικής έννοιας, περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του, στην ανακούφιση του ηθικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Στο πλαίσιο της παραδοχής αυτής, γίνεται δεκτό ότι δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, οι γονείς, τα γνήσια τέκνα, ο σύζυγος, το εξώγαμο τέκνο που έχει αναγνωρισθεί εκουσίως ή δικαστικά, οι θετοί γονείς και τα θετά τέκνα, τα αδέλφια του (αμφιθαλή και ετεροθαλή), οι ανιόντες, ο πεθερός, η πεθερά, η νύφη και ο γαμβρός από υιό και κόρη, τα εγγόνια και δισέγγονα αυτού, η μητριά και ο πατριός, η εν διαστάσει σύζυγος του θανόντος, ενώ δεν δικαιούνται ψυχικής οδύνης η νύφη και ο γαμβρός από αδερφό (κουνιάδα-κουνιάδος), οι θείοι, οι πρώτοι εξάδελφοι, οι ανιψιοί, καθώς και τα πρόσωπα που τελούν σε ελεύθερη ένωση (ΟλΑΠ 21/2000, ΑΠ 51/2018, ΑΠ 602/2015 δημ. Νόμος). Από τον σκοπό της πιο πάνω διάταξης, σαφώς προκύπτει ότι θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά δύο κριτήρια, για την επιδίκαση στην οικογένεια του θύματος, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης: α) ο δικαιούχος να είναι συγγενής του θύματος (τυπική προϋπόθεση) και β) να δοκίμασε πόνο και θλίψη από την απώλειά του (ουσιαστική προϋπόθεση). Το πρώτο κριτήριο πληρούται με τη σχέση συγγένειας που συνδέει το θανόντα με το δικαιούχο, ενώ το δεύτερο αποτελεί πραγματικό ζήτημα, συνιστάμενο στην ύπαρξη, κατ` εκτίμηση του δικαστού της ουσίας, μεταξύ των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος και του τελευταίου, όταν αυτός ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό είτε όλων των προσώπων αυτών είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (Ολ ΑΠ 21/2000, ΑΠ 442/2017 δημ. Νόμος).
7. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, η οποία δόθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους και νόμιμα προσκομίζουν, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 395, 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων, ιδίως, τα έγγραφα (έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα κ.λπ.) της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας, από την αρμόδια αστυνομική αρχή, προανακρίσεως (ΑΠ 154/1992 ΕλλΔνη 33.814, ΕφΛαμ 8/2010 δημ. Νόμος, ΕφΛαμ 39/2009 αδημ., Κρητικός, Αποζημίωση, εκδ.1998, 35.IV.1, αριθμ. 160, σελ. 885), αλλά και οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, στα πλαίσια της πιο πάνω προανακρίσεως για το ένδικο ατύχημα (ΑΠ 58/1993 ΕλλΔνη 3/628, ΕφΛαμ. 39/2009 ο.π., ΕφΔωδ 79/2007, δημ. Νόμος), καθώς και οι φωτογραφίες, το περιεχόμενο και η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (αρθρ. 444 παρ.1 εδ. γ’, 449 παρ. 2, 453 παρ. 1, 457 παρ. 4, 458 και 459 παρ. 1 ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΑΠ 1286/2003 ΧρΙΔ 2004.245), όπως μερικά από τα έγγραφα αυτά αναφέρονται ιδιαιτέρως παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω κι αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου (ΟλΑΠ 15/2003 ΕλλΔνη 2003.937, ΑΠ 1201/2007 δημ. Νόμος), σε συνδυασμό και προς τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας και χωρίς απόδειξη (άρθρα 336 παρ. 4 σε συνδυασμό με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα έγινε στις 15/12/2017 και περί ώρα 20.50`, επί της Παρακαμπτήριου Οδού ........, στο ύψος της ….. Χ/Θ, αμέσως μετά το κόμβο της «.........», στο ρεύμα πορείας από Λαμία προς Δομοκό (βλ. την από 15/12/2017 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος) όπου, στο σημείο αυτό και, δεξιά σε σχέση με το συγκεκριμένο ρεύμα κυκλοφορίας, αμέσως μετά την έξοδο από τον κόμβο και την ελαφρά ανωφέρεια που σχηματίζεται στο εν λόγω ρεύμα και, εκτός του οδοστρώματος, υπάρχει παρακείμενη ιδιοκτησία (κατάστημα) και κόμβος, με σημείο εισόδου και σημείο εξόδου σ` αυτή, στον χώρο στάθμευσης της οποίας, ήταν σταθμευμένο το με αριθμό κυκλοφορίας .........ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας...…...το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη από τις ζημίες που θα προκαλούσε κατά την κυκλοφορία του σε τρίτους, στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ………….. Κατά τον ως άνω χρόνο, ο εν λόγω οδηγός, εξερχόμενος με το όχημά του από τον χώρο στάθμευσης της προαναφερθείσας παρακείμενης ιδιοκτησίας, επιχείρησε να εισέλθει στην Παρακαμπτήριο Οδό ........, στο ρεύμα πορείας αυτής από Λαμία προς Δομοκό, στο ύψος της ...... Χ.Θ. της ως άνω οδού, με πρόθεση να διασχίσει το ρεύμα αυτό κάθετα και να εισέλθει, στη συνέχεια, στο αντίθετο ρεύμα πορείας, με κατεύθυνση από Δομοκό προς Λαμία. Η Παρακαμπτήριος Οδός ........, σαφούς προτεραιότητας (άρθρο 26 παρ.5 του ΚΟΚ) στο ύψος της .... Χ/Θ όπου έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, είναι διπλής κατευθύνσεως, με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική διαγράμμιση, δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση μετά ερείσματος, συνολικό πλάτος οδοστρώματος 15,40 μέτρα και εκάστου ρεύματος πορείας 7,50 μέτρα περίπου και είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, ενώ το ρεύμα πορείας από Λαμία προς Δομοκό, χαρακτηρίζεται από ελαφριά ανωφέρεια. Από τον κόμβο και τη γέφυρα του κόμβου, στη κατεύθυνση προς Δομοκό (πάνω από τη γέφυρα), εξέρχονται οχήματα, η δε λωρίδα κυκλοφορίας της εξόδου από το κόμβο (πάνω από τη γέφυρα), στη κατεύθυνση πορείας προς Δομοκό, διαχωρίζεται από το ρεύμα κυκλοφορίας της κατεύθυνσης πορείας προς Δομοκό, κάτω από τη γέφυρα, με παράλληλες, λοξές, συνεχείς γραμμές, που υποδηλώνουν επιφάνεια αποκλεισμού επάνω στο οδόστρωμα (βλ. άρθρο 5 ΚΟΚ), πριν δε από την έναρξη της ειδικής αυτής διαγράμμισης, υπάρχει η ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2, υποχρεωτικής διακοπής πορείας (άρθρο 4 ΚΟΚ). Η λωρίδα κυκλοφορίας της εξόδου από το κόμβο (πάνω από τη γέφυρα), πλάτους 5,70 μέτρων στο τελείωμά της και στο ύψος της εισόδου του κόμβου των παρακειμένων, εκτός οδοστρώματος, καταστημάτων (από όπου εξήλθε το όχημα που οδηγούσε ο .......... ενώνεται και αποτελεί τη μία (και, συγκεκριμένα, τη δεξιά) από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της κατεύθυνσης πορείας προς Δομοκό. Το ανώτατο επιτρεπόμενο επ` αυτής όριο ταχύτητας, ορίζεται στα 80 χλμ/ώρα, δια πληροφοριακής πινακίδας Π-68 (ελάχιστα όρια ταχυτήτων ανά λωρίδα κυκλοφορίας), ευρισκόμενη πριν από τον κυκλικό κόμβο «.........». Στην ανωτέρω πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ...........υπάρχει πινακίδα Ρ-7, που απαγορεύει την είσοδο στην Παρακαμπτήριο Οδό και την κίνηση από το σημείο εκείνο, για όλα τα οχήματα. Κατά τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, ο καιρός ήταν καλός, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, ήταν νύχτα με επαρκή φωτισμό, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή και η ορατότητα καλή. Ο ανωτέρω οδηγός, εξήλθε με το όχημά του από τον προαύλιο χώρο στάθμευσης της προαναφερθείσας παρακείμενης ιδιοκτησίας και, όλως αιφνιδίως και παρανόμως, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το ρεύμα πορείας της Παρακαμπτήριου οδού …... με κατεύθυνση από Λαμία προς Δομοκό, παραβιάζοντας την πινακίδα απαγορεύσεως της εισόδου σε αυτό, προκειμένου, αμέσως μετά, να εισέλθει με αριστερή στροφή, στο ρεύμα πορείας της οδού αυτής από Δομοκό προς Λαμία. Τη χρονική στιγμή εκείνη, ο ………..μόνιμος υπαξιωματικός στις τάξεις του Στρατού, οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ……... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, επί της Παρακαμπτήριου οδού, κινούμενος στο δεξιό ρεύμα πορείας από Λαμία προς Δομοκό (νότο προς βορρά) και στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος αυτού, με ταχύτητα 100 χλμ/ώρα, εξερχόμενος μόλις από την έξοδο του κόμβου, κάτω από τη γέφυρα της «.........», στο σημείο που αυτός (κόμβος) ενώνεται με το ρεύμα πορείας της Παρακαμπτήριου οδού ........, προτιθέμενος να κινηθεί ευθεία στο ρεύμα πορείας του επί της παραπάνω οδού, το οποίο παρουσίαζε ελαφριά ανωφέρεια. Κατά τον αυτό χρόνο, ο ...........ανεπίτρεπτα, αιφνίδια και χωρίς κανένα έλεγχο, εξήλθε στην Παρακαμπτήριο οδό και, μάλιστα, από την είσοδο (και όχι από την έξοδο) του ως άνω ιδιωτικού χώρου στάθμευσης και, επιχειρώντας να διασχίσει αυτή κάθετα, παρεμβλήθηκε όλως αιφνιδίως και παρανόμως στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ............ο οποίος, κατά την έξοδό του από τον κόμβο, κινούμενος επί ανωφέρειας, δεν είχε ορατότητα στην είσοδο του κόμβου του ιδιωτικού χώρου στάθμευσης, από τον οποίο εξήλθε απολύτως παρανόμως, κινούμενος κάθετα, ο ...........με το όχημά του. Ευθύς δε μόλις ο οδηγός της μοτοσικλέτας μπόρεσε, ως εκ των ως άνω συνθηκών (έξοδος από ανωφέρεια, παντελής έλλειψη ορατότητας στην είσοδο του κόμβου του ιδιωτικού χώρου στάθμευσης απ` όπου εξήλθε ο ……..), να αντιληφθεί, σε απόσταση 30 περίπου μέτρων, το ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο όλως αιφνιδίως και παρανόμως διέσχιζε κάθετα και έφρασσε το ρεύμα πορείας του, επιχείρησε, ως μέσος συνετός οδηγός, ό,τι ήταν αντικειμενικά δυνατό να πράξει, προκειμένου να αποφύγει την επικείμενη σύγκρουση των δύο οχημάτων, προβαίνοντας άμεσα σε απότομη τροχοπέδηση, γεγονός που αποδεικνύεται από τα ίχνη πεδήσεως της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα, μήκους 31,00 μέτρων. Παρά ταύτα, υπό τις προαναφερεθείσες συνθήκες, ήταν απολύτως αδύνατον να αποφευχθεί η σύγκρουση των δύο οχημάτων, η οποία υπήρξε πλαγιομετωπική, καθώς ο .........., επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του, στο εμπρόσθιο και πλάγιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ...........
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας, αιφνιδιασθείς δικαιολογημένα από την ως άνω, όλως αιφνίδια και παράνομη ενέργεια του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεν ήταν αντικειμενικά σε θέση, οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ως μέσος, συνετός οδηγός, να ενεργήσει καμία άλλη, αποτελεσματική, αποφευκτική της σύγκρουσης των δύο οχημάτων ενέργεια, πλην της πεδήσεως την οποία πράγματι ενήργησε άμεσα και τούτο, λόγω, αφενός μεν της ανωφέρειας από την οποία εξέρχονταν οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, αφετέρου δε, της μικρής απόστασης στην οποία βρισκόταν από την είσοδο του παρόδιου οικοπέδου, από την οποία εξήλθε, όλως αιφνιδίως και παρανόμως, ο .……..με το όχημά του. Τούτο επιβεβαιώνεται από το μήκος των ιχνών πεδήσεως της μοτοσικλέτας επί του οδοστρώματος (31 μέτρα), που καταδεικνύει σαφώς, τόσο τον απόλυτο αιφνιδιασμό του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας, από την απρόσμενη και όλως παράνομη, κάθετη επί του ρεύματος πορείας του, κίνηση του οχήματος του ……...η οποία έφρασσε ολοσχερώς την πορεία του, όσο και την άμεση αντίδραση του οδηγού της μοτοσικλέτας, ο οποίος, αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την αιφνίδια αυτή κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ενήργησε άμεσα πέδηση, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, χωρίς όμως τελικά να καταστεί αυτό εφικτό. Κατά τη σφοδρή σύγκρουση που επακολούθησε, ο ……...εκτινάχθηκε από τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε και κατέπεσε στο μέσον του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας Λαμίας - Δομοκού (στο οποίο ανευρέθησαν κηλίδες αίματος), η δε μοτοσικλέτα που αυτός οδηγούσε κατέπεσε προς τα αριστερά του οδοστρώματος, ενώ το όχημα που οδηγούσε ο ………..λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, περιστράφηκε και εισήλθε, με την οπίσθια δεξιά γωνία του, στο αντίθετο ρεύμα πορείας (από Δομοκό προς Λαμία), ο δε οδηγός αυτού, εκτινάχθηκε στο πίσω κάθισμα του οχήματος του. Από την ανωτέρω σύγκρουση τραυματίσθηκαν θανάσιμα, τόσο ο οδηγός του με αριθμ. κυκλοφ. .........ΙΧΕ αυτοκινήτου, ………. όσο και οδηγός της με αριθμ. κυκλοφ. …….. δίκυκλης μοτοσικλέτας, ………….ο οποίος υπέστη πολλαπλές εκδορές και εκχυμώσεις κατά το δεξιό άνω άκρο, το αριστερό αντιβράχιο - άκρα, χείρα, τα κάτω άκρα, ενώ ο εγκέφαλος παρουσίαζε υπαραχνοειδή αιμορραγία με θλάσεις κατά τις διατομές, συντριπτικά κατάγματα στα οστά βάσεως κρανίου, διάσπαρτες μικροθλάσεις στους πνεύμονες, αίμα εντός του κύτους της κοιλίας, πολλαπλές τραυματικές ρήξεις σπληνός, κακώσεις εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του (σχ. από 17-1-2018 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής, που διενήργησε ο Ιατροδικαστής ............, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες). Τα παραπάνω αποδεικνύονται κυρίως με την από 15-12-2017 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχετικό σχεδιάγραμμα της τροχαίας του ΑΤ. ....., περιστατικά τα οποία δεν αμφισβητεί ειδικά η εναγόμενη, από το σύνολο δε, των υπολοίπων ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις της, συνάγεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ομολογία, η οποία κατισχύει της γενικής άρνησης που προέβαλε στην αρχή και αποτελεί πλήρη απόδειξη (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ). Επιπρόσθετα, όλα τα ευρήματα από τη σύγκρουση, όπως χαραγές στο οδόστρωμα, θραύσματα γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων, εντοπίζονται, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα και τις φωτογραφίες που λήφθηκαν μετά το ατύχημα, εντός του οδοστρώματος της Παρακαμπτήριου οδού του ρεύματος πορείας από Λαμία προς Δομοκό και, συγκεκριμένα, στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος αυτού και πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, καθώς εκεί εντοπίζονται και οι τελικές θέσεις των οχημάτων. Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι η πρόκληση του ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμ. κυκλοφ. ........ΙΧΕ αυτοκινήτου, .............., ο οποίος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις να επιδείξει ως μέσος, συνετός οδηγός και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη τη προσοχή του και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρα 12 παρ. 1. 19 παρ. 1. 2 και 20 ΚΟΚ), αλλά αντιθέτως, προέβη σε συμπεριφορά που μπορούσε να εκθέσει σε κίνδυνο άλλα πρόσωπα και χρήστες της οδού (αρθρ. 12 παρ.1 του ΚΟΚ) και, ειδικότερα, έχοντας σταθμεύσει το όχημά του στον προαύλιο χώρο στάθμευσης παρακείμενης και εκτός οδοστρώματος ιδιοκτησίας, επιχείρησε να εξέλθει από το χώρο αυτό και, δη, από την είσοδο και όχι από την έξοδο του κόμβου που συνδέει τον εν λόγω χώρο στάθμευσης με την Παρακαμπτήριο Οδό, στην οποία εισήλθε όλως αιφνιδίως, χωρίς αυτό να επιτρέπεται, μη συμμορφούμενος με την πινακίδα απαγορεύσεως εισόδου που υπήρχε στην πορεία του και, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην εν λόγω οδό, της οποίας οι κατευθύνσεις διαχωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή. Εν συνεχεία, στην προσπάθειά του να διασχίσει το οδόστρωμα της Παρακαμπτήριου οδού, προκειμένου να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας από αυτό στο οποίο κινούνταν, παρεμβλήθηκε κάθετα στο ρεύμα πορείας της οδού από Λαμία προς Δομοκό, στο οποίο κινούνταν κανονικώς η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ………. φράσσοντας αιφνιδίως την πορεία της, ενεργώντας, με τον τρόπο αυτό, κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ. 3, 5 παρ. 3α και 8α, 12 και 16 παρ. 4 19 παρ. 1.2 και 20 ΚΟΚ. Η ανωτέρω παράνομη και αμελής οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, καθόσον αυτή ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη σφοδρή σύγκρουση των εμπλεκόμενων οχημάτων και τον, συνεπεία αυτής, θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου, τον οποίο και επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Και ναι μεν, η ταχύτητα της μοτοσικλέτας, η οποία, ενόψει των ιχνών πεδήσεως (που διακόπηκαν από την πρόσκρουση) και της έντασης της σύγκρουσης, υπολογίζεται σε 100 χλμ/ώρα περίπου, υπερέβαινε το ως άνω ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 80 χλμ/ώρα, πλην όμως, καμία υπαιτιότητα εκ του λόγου αυτού δεν βαραίνει τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας, καθόσον, η κατά 20 χλμ/ώρα μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη ταχύτητα με την οποία κινούνταν η μοτοσικλέτα, δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη σύγκρουση ή την ένταση αυτής, ούτε με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου των δύο οδηγών, διότι και αν ακόμη ο οδηγός της μοτοσικλέτας κινούνταν με την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 80 χλμ/ώρα, και πάλι η σύγκρουση δεν θα ήταν δυνατόν να αποφευχθεί και θα επέρχονταν με την ίδια ένταση, λόγω της αιφνίδιας και παράνομης, κάθετης εισόδου του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ………..στο ρεύμα πορείας της δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία εξέρχονταν από ανωφέρεια, χωρίς ο οδηγός της να έχει ορατότητα στην είσοδο του κόμβου του χώρους στάθμευσης από τον οποίο εξήλθε με το όχημά του, αιφνιδίως και παρανόμως, ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, συνυπολογιζομένης και της μικρής απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων, αφ` ης στιγμής κατέστη δυνατόν για τον οδηγό της μοτοσικλέτας, ως εξερχόμενος από ανωφέρεια, να αντιληφθεί την κίνηση του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Εξάλλου, όπως ανωτέρω αναφέρεται, μόνη η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ (άρθρ. 20 παρ. 1 ΚΟΚ) ως προς την υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, δεν θεμελιώνει και υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού της μοτοσικλέτας στην επέλευση του ατυχήματος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορεί η υπέρβαση αυτή του ορίου ταχύτητας, να συνδεθεί αιτιωδώς με αυτό (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 270/2018, ΑΠ 1303/2017, ΑΠ 1048/2017, Α.Π. 881/2017, ΑΠ 705/2016, ΑΠ 638/2017, δημ. Νόμος). Για το λόγο αυτό, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επιδίκου ατυχήματος είναι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Ωσαύτως, για τον ίδιο λόγο, ως ουσιαστικά αβάσιμη πρέπει να απορριφθεί και η ένσταση περί συναιτιότητας του οδηγού της μοτοσικλέτας στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος (άρθρ. 300 ΑΚ, και 6 ν. ΓΠΝ/1911), την οποία η εναγόμενη πρότεινε παραδεκτά πρωτοδίκως (άρθρ. 262 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ.γ’ ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΟλΑΠ 2/2005, δημ. Νόμος). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος συνετέλεσε και δη, κατά ποσοστό 20%, συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, κάνοντας εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική ένσταση της εναγόμενης, έσφαλλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Α` έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, απορριπτομένου, αντίστοιχα, ως ουσιαστικά αβάσιμου, του περί του αντιθέτου, πρώτου λόγου της υπό στοιχείο Β` εφέσεως. Αποδείχθηκε, ακολούθως, ότι η με αριθμό κυκλοφορίας .........δίκυκλη μοτοσικλέτα του θανόντος ……... καταστράφηκε ολοσχερώς από την ένδικη σύγκρουση. Συγκεκριμένα, η μοτοσικλέτα αυτή υπέστη σοβαρότατες βλάβες στο εμπρόσθιο τμήμα της, καθόσον έχει καταστραφεί ο σκελετός, το στάχρο, η εμπρόσθια ζάντα, τα όργανα, το εμπρόσθιο φτερό, το τιμόνι, το δισκοπλατώ, το ρίγχος, η εξωτερική μάσκα του ψυγείου, καθώς η σύγκρουση ήταν σχεδόν μετωπική και τα σημεία πρόσκρουσης των δύο εμπλεκόμενων οχημάτων, είναι το εμπρόσθιο τμήμα της με αριθμό κυκλοφορίας ……... δίκυκλης μοτοσικλέτας και το εμπρόσθιο και πλάγιο αριστερό τμήμα του με αριθμό κυκλοφορίας ……... ΙΧΕ αυτοκινήτου (βλ. σχ. την από 10-1-2018 έκθεση επιθεώρησης οχημάτων και δικύκλων του ΚΤΕΟ ........). Επιπλέον, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες της μοτοσικλέτας, προκύπτει ότι αυτή έχει υποστεί σημαντικές ζημίες στο σκελετό της και σε όλο της το σώμα και τα μηχανικά της μέρη, οι οποίες είναι τόσο εκτεταμένες, που η επισκευή τους δεν εγγυάται την ασφαλή και αποτελεσματική αποκατάσταση των βλαβών. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται κατ` ουσίαν τεχνικά αδύνατη η επισκευή του δικύκλου, το οποίο θεωρείται ολικά κατεστραμμένο, κατά την τεχνική έννοια του όρου (ΕφΑΘ 2930/2002 ΕλλΔικ 46.181, Αθαν. Κρητικού, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, έκδ. 1998, παρ. 782). Ακολούθως αποδείχτηκε ότι η μοτοσικλέτα του θανόντος ήταν εργοστασίου κατασκευής ......., τύπου ....., κυλινδρισμού 00998 cc, με ημερομηνία 1ης άδειας κυκλοφορίας την 31η-5-2017. Η αντικειμενική αξία της μοτοσικλέτας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ενόψει του ότι είχε παρέλθει μόλις χρονικό διάστημα επτά 7 μηνών από την πρώτη κυκλοφορία της και, επομένως είχε αγορασθεί καινούργια, της πολύ καλής κατάστασης στην οποία βρισκόταν, των ελάχιστων χιλιομέτρων που είχε διανύσει μέχρι το χρόνο του ατυχήματος, λαμβανομένων υπόψη και των φύλλων αγγελιών ελαφρώς μεταχειρισμένων μοτοσικλετών που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, καθώς επίσης και του γεγονότος ότι δεν είχε υποστεί άλλη φθορά, ανέρχονταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις συνήθεις τιμές πώλησης τέτοιων ελαφρώς μεταχειρισμένων μοτοσικλετών, στο ποσό των 12.000 ευρώ. Συνεπώς, η αξίωση αποζημίωσης του θανόντος στην ολικά καταστραφείσα μοτοσικλέτα του, περιέρχεται στους μοναδικούς εξ` αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι στους πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των εναγόντων, κατά την αναλογούσα σε καθέναν από αυτούς μερίδα, ήτοι κατ’ ισομοιρία και σε ποσοστό 14/48 εξ` αδιαιρέτου σε καθεμία από τις πρώτη, δεύτερη και τρίτη εξ αυτών (άρθρο 1814 ΑΚ), μητέρα και αμφιθαλείς αδελφές, αντίστοιχα, και κατά ποσοστό 6/48 εξ` αδιαιρέτου στον τέταρτο των εναγόντων (άρθρο 1815 ΑΚ), ετεροθαλή αδελφό του θανόντος, εκπροσωπούμενο από τους γονείς του στην παρούσα δίκη, λόγω της ανηλικότητάς του. Με βάση τα ανωτέρω, έπρεπε να επιδικαστεί ως αποζημίωση, λόγω της ολοσχερούς καταστροφής της με αριθμό κυκλοφορίας ………. δίκυκλης μοτοσικλέτας, σε καθεμία των τριών πρώτων εναγουσών, το ποσό των 3.500,00 ευρώ (12.000,00 X 14/48) και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 1.500,00 ευρώ (12.000,00 X 6/48). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως αναφορικά με την ολοσχερή καταστροφή και την αξία της μοτοσικλέτας, δεν έσφαλε, ως προς το θέμα αυτό, περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τρίτος λόγος της υπό στοιχείο Β` εφέσεως, πρέπει, ως προς το πρώτο σκέλος του, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο θανών, ηλικίας 27 ετών, ήταν άγαμος, είχε προσληφθεί στις τάξεις του Στρατού ως μόνιμος υπαξιωματικός και ήταν απολύτως υγιής. Οι ενάγοντες, που είναι μέλη της οικογένειάς του, συνδεόταν με τον τελευταίο με ισχυρούς δεσμούς αγάπης, εκτιμήσεως και αλληλεγγύης, με αποτέλεσμα ο θάνατός του, ενόψει και του νεαρού της ηλικίας του, να προκαλέσει σε αυτούς ιδιαίτερο ψυχικό πόνο. Ειδικότερα, η πρώτη ενάγουσα ήταν η μητέρα του, η δεύτερη, η τρίτη και ο τέταρτος (εκπροσωπούμενος από τους γονείς του στη δίκη, λόγω της ανηλικότητάς του), ήταν αδέρφια του, αμφιθαλή και ετεροθαλή, αντίστοιχα, και η έκτη γιαγιά του. Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, το ύψος της οποίας, μετά από συνεκτίμηση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και την έλλειψη οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος, της ηλικίας του τελευταίου, του βαθμού συγγένειας ενός εκάστου των εναγόντων με αυτόν, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των εναγόντων, πλην της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 1114/2000 ΕλλΔικ 41.1591) και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής (ΑΠ 71/2011, ΑΠ 1230/2010, ΑΠ 47/2010, ΑΠ 433/2008, ΑΠ 195/2008 δη μ. Νόμος), πρέπει να οριστεί στο ποσό : α) των 100.000 ευρώ για τη μητέρα του, πρώτη των εναγόντων, β) των 70.000 ευρώ για έναν έκαστο των αδελφών του, δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των εναγόντων και γ) των 40.000 ευρώ για τη γιαγιά του, έκτη των εναγόντων. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το σύνολο της αποκαταστατέας περιουσιακής και μη ζημίας των εναγόντων ανέρχεται α) σε ποσό (3.500,00 + 100.000,00) 103.500,00 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, β) σε ποσό (3.500,00 + 70.000,00) 73.500,00 ευρώ για καθεμία από τις δεύτερη και τρίτη των εναγουσών, σε όλα δε τα ανωτέρω ποσά, δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό των πενήντα (55,00) ευρώ, για το οποίο οι ως άνω ενάγουσες επιφυλάχθηκαν να το αξιώσουν, όπως προεκτέθηκε, στο ποινικό δικαστήριο και για την ίδια αιτία, γ) σε ποσό (1.500,00 + 70.000,00) 71.500,00 ευρώ για τον τέταρτο ενάγοντα και δ) σε ποσό 40.000,00 ευρώ για την έκτη ενάγουσα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού ορθώς α) έκρινε ορισμένη την αγωγή, ως περιέχουσα όλα τα εκ του νόμου αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου και του δεύτερου λόγου της υπό στοιχείο Β` εφέσεως και β) απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ως προς τον πέμπτο των εναγόντων, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησής του ως διαδίκου, ως πρόσωπο μη συμπεριλαμβανόμενο, κατά νόμο, στην έννοια της οικογένειας και, επομένως, μη δικαιούμενο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, έκανε, εν συνεχεία, δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και, δεχθέν την ύπαρξη βαρύνουσας το θανόντα, συντρέχουσας αμέλειας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ποσοστού 20%, κατά το οποίο μείωσε τα ποσά που επιδίκασε, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στους ενάγοντες : 1) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν αυτοί από τη θανάτωση του ………. α) το ποσό των 60.000 ευρώ για την πρώτη των εναγόντων (μητέρα), β) το ποσό των 40.000 ευρώ για έκαστο των αδελφών του δεύτερη, τρίτο και τέταρτο εξ` αυτών και γ) το ποσό των 15.000 ευρώ για την έκτη από αυτούς, γιαγιά του και 2) ως αποζημίωση, λόγω της ολοσχερούς καταστροφής της με αριθμ. κυκλοφ. …….. δίκυκλης μοτοσικλέτας ιδιοκτησίας του θανόντος, α) σε καθεμία των τριών πρώτων εναγουσών, το ποσό των 2.800,00 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 1.200,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως ειδικότερα αναφέρεται παραπάνω, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου και του δεύτερου λόγου της υπό στοιχείο Α` εφέσεως και απορριπτομένου, αντίστοιχα, ως ουσιαστικά αβάσιμου του περί του αντιθέτου, τρίτου λόγου της υπό στοιχείο Β` εφέσεως και ως προς το β` σκέλος αυτού.
8. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπαρχόντων άλλων λόγων έφεσης προς εξέταση, αφού συνεκδικαστούν οι κρινόμενες εφέσεις, πρέπει η υπό στοιχείο Β` έφεση, ως προς τους εφεσιβλήτους για τους οποίους η συζήτησή της κρίθηκε παραδεκτή, να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την 5ο εφεσίβλητο, πρέπει να ορισθεί παράβολο ανακοπής ερημοδικίας (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η υπό στοιχείο Α` έφεση πρέπει, κατά τα προεκτεθέντα, να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και, αφού εξαφανισθεί στο σύνολό της η εκκαλουμένη, δηλαδή και κατά τα κεφάλαιά της που κρίθηκε ότι δεν έσφαλε, για το ενιαίο της εκτέλεσης και, αναγκαίως, και κατά τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και μετά από εξέταση της αγωγής, πρέπει αυτή, αφού απορριφθεί ως προς τον πέμπτο των εναγόντων λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησής του ως διαδίκου, ως πρόσωπο μη συμπεριλαμβανόμενο, κατά νόμο, στην έννοια της οικογένειας και, επομένως, μη δικαιούμενο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και καταδικασθεί αυτός, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της εναγόμενης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στους ενάγοντες τα εξής χρηματικά ποσά : 1) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν αυτοί από τη θανάτωση του ……….α) το ποσό των 100.000,00 ευρώ στην πρώτη των εναγόντων (μητέρα), β) το ποσό των 70.000,00 ευρώ σε έναν έκαστο των αδελφών του, δεύτερη, τρίτη και τέταρτο εξ` αυτών και γ) το ποσό των 40.000,00 ευρώ στην έκτη από αυτούς, γιαγιά του και 2) ως αποζημίωση, λόγω της ολοσχερούς καταστροφής της με αριθμ. κυκλοφ. ………. δίκυκλης μοτοσικλέτας ιδιοκτησίας του θανόντος, α) σε καθεμία των τριών πρώτων εναγουσών, το ποσό των 3.500,00 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 1.500,00 ευρώ και, συνολικά, α) 103.500,00 ευρώ στην πρώτη των εναγόντων, β) 73.500,00 ευρώ σε καθεμία από τις δεύτερη και τρίτη των εναγόντων, γ) 71.500,00 ευρώ στον τέταρτο ενάγοντα και δ) 40.000,00 ευρώ στην έκτη ενάγουσα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επίσης, λόγω της μερικής νίκης των εκκαλούντων - εναγόντων, πρέπει να τους επιστραφεί το νόμιμο παράβολο που κατέθεσαν αυτοί με το δικόγραφο της εφέσεώς τους (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγόμενης, λόγω της ήττας της (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ. 2 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις με αρ. έκθ. κατ. …./29-7-2020 και .../29-7-2020 εφέσεις, στρεφόμενες αμφότερες κατά της με αριθμό 166/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ερήμην του πέμπτου των εφεσιβλήτων στην υπό στοιχείο Β` έφεση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Α. Ως προς την από 29-7-2020 (αρ. έκθ. κατ. …./29-7-2020), υπό στοιχείο Β` έφεση:
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης ως προς τον πέμπτο των εφεσιβλήτων.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ` ουσίαν.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα, στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.
Β. Ως προς την από 29-7-2020 (αρ. έκθ. κατ. …../29-7-2020), υπό στοιχείο Α` έφεση:
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ουσιαστικά την έφεση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της εφέσεως παραβόλου στους εκκαλούντες.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την με αριθμό 166/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και, συγκεκριμένα, των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα και τη σύμβαση ασφάλισής τους (άρθρ. 591 και 614 παρ. 6 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 4335/2015, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής μετά την 1η-1ου-2016, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ.2 Ν. 4335/2016).
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς τον πέμπτο των εναγόντων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον πέμπτο των εναγόντων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εναγομένης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ κατά ένα μέρος την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει : α) στην πρώτη ενάγουσα, το συνολικό ποσό των εκατόν τριών χιλιάδων πεντακοσίων (103.500,00) ευρώ, β) σε καθεμία από τις δεύτερη και τρίτη των εναγόντων, το συνολικό ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων πεντακοσίων (73.500,00) ευρώ, γ) στους τέταρτους ενάγοντες, υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους, ……….. και για λογαριασμό του τελευταίου, το συνολικό ποσό των εβδομήντα μιας χιλιάδων πεντακοσίων (71.500,00) ευρώ και δ) στην έκτη των εναγόντων, το συνολικό ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων (4.600,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2020, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΕΦΕΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ε.Γ.-Ρ.Κ.
