ΑΠΟΦΑΣΗ 410/2026
(αριθμός έκθεσης κατάθεσης αγωγής: […]/25.04.2025)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή, Ειρήνη Τσιρονίκου, Πρωτόδικη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών που διευθύνει το Πρωτοδικείο Λαμίας και τη Γραμματέα […].
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Φεβρουαρίου 2026 για να δικάσει την αγωγή, μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Κ.Σ. του Σ., κατοίκου […], με ΑΦΜ […], για τον οποίο προκατέθεσε προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Τσότσος (ΑΜ ΔΣΛ 258), που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Α.Σ. του Σ., κατοίκου […], για την οποία προκατέθεσε προτάσεις η πληρεξούσια δικηγόρος της Αφροδίτη - Φανουρία Καραΐσκου (ΑΜ ΔΣΛ 406), που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 25.04.2025 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου […]/25.04.2025, προσδιορίστηκε για συζήτηση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 1002 ΑΚ, «κυριότητα χωριστή σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου- όροφοι θεωρούνται και τα υπόγεια και τα δωμάτια κάτω από τη στέγη», ενώ, κατά το άρθρο 1117 ΑΚ, «όταν πρόκειται για οικοδομή, ο κύριος ορόφου ή διαμερίσματος του είναι αυτοδικαίως συγκύριος εξ αδιαιρέτου κατ’ ανάλογη μερίδα στα μέρη του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν στην κοινή και των λοιπών κυρίων χρήση, όπως είναι ιδίως το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, η αυλή». Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 και 13 ν. 3741/1929 «περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους», που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι επί της οροφοκτησίας, η οποία αποτελεί σύνθετο, αλλά ενιαίο εμπράγματο δικαίωμα, ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή απ’ όλους τους οροφοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, το δώμα, οι κλίμακες, οι αυλές, τα φρεάτια, η πρόσοψη- εξωτερική εμφάνιση της πολυκατοικίας, οι κοινόχρηστες εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, φωτισμού και ύδρευσης, το λεβητοστάσιο κλπ., καθώς και κάθε άλλο πράγμα, που χρησιμεύει στην κοινή των ιδιοκτητών χρήση. Ο ειδικότερος προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του άνω νόμου 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγράφει. Σε περίπτωση που ο καθορισμός των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων της οικοδομής δεν έχει γίνει συμβατικά, είτε δηλαδή με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες του συνόλου των συνιδιοκτητών, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις και τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις, κριτήριο δε, για τον χαρακτηρισμό ενός πράγματος ως κοινοχρήστου λαμβάνεται ο κατά τη φύση του προορισμός του προς εξυπηρέτηση του συνόλου των συνιδιοκτητών, ανεξαρτήτως του αν πράγματι γίνεται ή όχι χρήση (ΟλΑΠ 5/1991 ΕλλΔ/νη 32/750, ΑΠ 477/1993 ΕλλΔ/νη 35/1350, ΕφΑΘ 10071/2005 ΕΔΠ 2006/246, ΕφΘεσσ 2020/2003 Αρμ ΝΘ/856, ΕφΘεσσ 2245/2000 Αρμ ΝΖ/784, ΕφΘεσσ 17/2000 Αρμ ΝΣΤ/32, ΕφΘεσσ 328/2000 Αρμ ΝΣΤ/538, ΕφΘεσσ 2166/1999 Αρμ ΝΔ/498 ΕφΑΘ 5502/1992 ΕπΔικΠολ 1992.237, ΜΠρΑΘ 3147/2005 ΕΔΠ 2006/84). Στον κύριο ορόφου ή διαμερίσματος ανήκουν όλες οι εξουσίες, που απορρέουν από την κυριότητα, μεταξύ των οποίων και εκείνη της μεταβολής ή προσθήκης στον όροφο ή στο διαμέρισμα του, αρκεί κατά την ενάσκηση αυτής να μην παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτησιών και να μη μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος. Η ίδια απαγόρευση ισχύει και για τις ενέργειες ενός ιδιοκτήτη στην ιδιοκτησία του, όταν από αυτές θίγεται η στερεότητα, η ασφάλεια, η αισθητική, η αρχιτεκτονική μορφή και η καθολική εμφάνιση του οικοδομήματος, διότι στην περίπτωση αυτή παραβλάπτεται η χρήση των άλλων οροφοκτητών κατ'άρθρο 3 παρ. 1 ν. 3741/1929. Επίσης, έκαστος των συνιδιοκτητών δικαιούται να προβεί σε απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων, ήτοι να ωφελείται από όλες τις χρησιμότητες που μπορούν αυτά να του παράσχουν (ΟλΑΠ 7/1992 ΕλλΔ/νη 1992/751), υπό τον όρο να μην βλάπτει τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μην μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του όλου οικοδομήματος ούτε να μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό τους. Αν υπάρχει υπέρβαση της χρήσεως από ένα συνιδιοκτήτη, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση που προσβάλλονται οι εξουσίες ενός ιδιοκτήτη, οι οποίες απορρέουν είτε από τη χωριστή κυριότητά του επί ορόφου ή διαμερίσματος ή οικοδομήματος είτε από τη συγκυριότητά του επί των κοινών μερών, δηλαδή εφόσον βλάπτεται στη χρήση της δικής του ιδιοκτησίας ή των κοινών πραγμάτων από τις ενέργειες άλλου συνιδιοκτήτη, δικαιούνται οι λοιποί συνιδιοκτήτες να ζητήσουν την άρση της προσβολής ή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν και εκείνοι στο ίδιο μέτρο τα κοινά πράγματα και επιπλέον δικαιούνται να αντιταχθούν σε κάθε κατασκευή, προσθήκη ή διαρρύθμιση που προσβάλλει την εμφάνιση του όλου οικοδομήματος, διότι τοιουτοτρόπως παραβλάπτεται και το δικαίωμα χρήσεως των ιδίων (ΟλΑΠ 8/2002 ΝοΒ 2003/649, ΜΠρΛαρ 465/2004 Δικογραφία 2004/541).
II. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 614 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών δικάζονται, μεταξύ άλλων, οι διαφορές από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, ως τέτοιες, δε, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, ορίζονται «οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες οριζοντίων ή καθέτων ιδιοκτησιών από τη σχέση της ιδιοκτησίας, καθώς και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας και στους ιδιοκτήτες». Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του και την κατάργηση της εν λόγω παραγράφου με το άρθρο 5 του Ν. 5134/2024 (ΦΕΚ Α ' 146) και με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ.1 του αυτού νόμου, από τη 16η.9.2024, στην αρμοδιότητα των Μονομελών Πρωτοδικείων υπάγονταν οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας και οικοδομημάτων, και μετά την ισχύ του ν.δ. 1024/1971 και της κάθετης ιδιοκτησίας, καθώς και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ' ορόφους και στους ιδιοκτήτες ορόφων και διαμερισμάτων. Στην έννοια των ως άνω διαφορών, όπως είχε παγίως ερμηνευτεί από τη νομολογία υπό την ισχύ της διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 17 ΚΠολΔ, οι οποίες υπάγονταν στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ανεξαρτήτως της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, και δικάζονταν κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 παρ. 2 επ. ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται οι διενέξεις μεταξύ των οροφοκτητών, που απορρέουν από τη σχέση της οροφοκτησίας, δηλαδή πρέπει α) η διαφορά να ανακύπτει μεταξύ οροφοκτητών ή διαμερισματούχων και β) η διαφορά αυτή να προέρχεται από τη σχέση της οροφοκτησίας, μεταξύ αυτών, ανεξάρτητα εάν αφορά τις διαιρετές ιδιοκτησίες τους ή τα κοινά μέρη της οικοδομής. Ως τέτοιες διαφορές πρέπει να νοηθούν, μεταξύ άλλων, εκείνες που αναφέρονται: αα) στην ερμηνεία και εφαρμογή του ν. 3741/1929, των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και του ν. 1024/1971, ββ) στην ερμηνεία και εφαρμογή των συστατικών της οροφοκτησίας πράξεων και κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 και 13 ν. 3741/1929 ειδικών συμφωνιών και του κανονισμού της οροφοκτησίας και γγ) στις διενέξεις γενικά μεταξύ των οροφοκτητών και της ίδιας οροφοκτησίας ως άνω προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις τους. Επομένως, το κριτήριο για να χαρακτηρισθεί μια διαφορά μεταξύ οροφοκτητών ως προερχόμενη από τη σχέση της οροφοκτησίας ή κάθετης ιδιοκτησίας είναι το εάν πραγματικά η συγκεκριμένη διαφορά ή διένεξη προκύπτει απ’ αυτήν την ίδια τη σχέση της κατ’ όροφο ιδιοκτησίας, ανεξάρτητα από τη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, στην οποία στηρίζεται (π.χ. εντολή, νομή, κυριότητα κλπ.) ή από άλλη σχέση, άσχετη και τυχαία με την ειδική σχέση της οροφοκτησίας. Δηλαδή, οι διαφορές πρέπει να είναι συναφείς προς την εφαρμογή του ν. 3741/1929 και προς την ενάσκηση ή εκπλήρωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από τον νόμο αυτόν ή τον από τον ίδιο νόμο προβλεπόμενο και καταρτισθέντα κανονισμό (ΑΠ 488/2005, ΑΠ 91/1990, ΕφΛαρ 296/2011, ΕφΛαρ 420/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, πρβλ. και ΟλΑΠ 35/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η σχέση της οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, πρέπει, με βάση το συγκεκριμένο ιστορικό της αγωγής, να αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για τη σύσταση του επίδικου δικαιώματος, το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής ή την ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων (ΑΠ 488/2005, ΕλλΔνη 46, 1399, ΕφΛαρ 296/2011 Δικογραφία 2011, 502, ΕφΛαρ 420/2001, Δικογραφία 2002, 44, ΕφΑΘ 3345/1998, ΕλλΔνη 39, 920). Αντίθετα, δεν αποτελούν απλές διαφορές μεταξύ συνιδιοκτητών ορόφων, διαμερισμάτων ή οικοδομημάτων, εκείνες, που σχετίζονται με τα όρια της νομής ή της κυριότητας ή των άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων, που πηγάζουν από τη σχέση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας. Κατά συνέπεια, δεν υπάγεται στην προαναφερόμενη διαδικασία η αξίωση συνιδιοκτήτη, η οποία φέρει τον χαρακτήρα αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ή αρνητικής αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση της συγκυριότητας επί κοινόκτητου μέρους της οικοδομής ή η άρση της προσβολής αυτής (συγκυριότητας), που έγινε από άλλο συνιδιοκτήτη ή η αναγνώριση της κυριότητάς του επί οριζόντιας ιδιοκτησίας της οικοδομής, εφόσον τα δικαιώματα αυτά αμφισβητούνται από τον τελευταίο (ΑΠ 1372/1997, ΕΔΠολ 1998, 27, ΕφΠειρ 512/2015, δημ. Νόμος, ΕφΑΘ 2137/2011, δημ. Νόμος, ΕφΠατρ 1165/2006, δημ. Νόμος, ΕφΠειρ 699/1994, ΕΔΙΚΠΟΛ 1996, 46 ΕφΑΘ 6533/1991, ΕλλΔνη 33, 391, ΠΠρΘεσ 27543/2012, ΕΔΙΚΠΟΛ 2012, 243).
III. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ. 6 ΚΠολΔ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία, κατά την οποία έχει εισαχθεί, το Δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάσσει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία, σύμφωνα με την οποία δικάζεται. Η διάταξη έχει εφαρμογή, όχι μόνο, όταν η υπόθεση εισήχθη εσφαλμένα σε διάφορη ειδική διαδικασία, αλλά και όταν εισήχθη στην τακτική διαδικασία, ενώ υπάγεται σε κάποια ειδική ή αντιστρόφως. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια, είτε να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει με την προσήκουσα διαδικασία, με γνώμονα την αρχή της οικονομίας της δίκης, εφόσον έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις της προσήκουσας διαδικασίας, και δη όσο αφορά στην προδικασία (τήρηση προθεσμιών επίδοσης, κατάθεσης προτάσεων κλπ.), τις οποίες δύναται το Δικαστήριο να ελέγξει και αυτεπαγγέλτως, είτε, εάν δεν έχουν τηρηθεί οι ανωτέρω προϋποθέσεις, να την παραπέμψει προς εκδίκαση στο αρμόδιο Δικαστήριο, το οποίο θα δικάσει κατά την προσήκουσα διαδικασία. Σημειώνεται ότι, μετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ από τον ν. 4335/2015 και όπως αυτός (ΚΠολΔ) ίσχυε κατά τον χρόνο κατάθεσης της ένδικης αγωγής, η διαφορετική πρόβλεψη ως προς τον τρόπο άσκησης της αγωγής στη νέα τακτική διαδικασία και στις ειδικές διαδικασίες δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να εφαρμόσει την προσήκουσα διαδικασία, γεγονός, που επισημαίνεται και στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015. Και τούτο διότι δεν εφαρμόζονται όμοιοι κανόνες κατά την προδικασία και τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία είναι προφορική στις ειδικές διαδικασίες, οι έγγραφες προτάσεις με τους ισχυρισμούς των διαδίκων κατατίθενται το αργότερο στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς και τα αποδεικτικά τους μέσα, δύνανται δε οι διάδικοι να εξετάσουν και μάρτυρες κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 591 ΚΠολΔ), ενώ στη νέα τακτική διαδικασία δεν γίνεται προφορική συζήτηση (άρθρο 237 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ) (ΜΠρΘεσ 11131/2021, αδημ.· πρβλ. Απαλαγάκη, Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν. 4335/2015, έκδ. 2016, σελ. 17, Π. Γιαννόπουλο, Οι ειδικές διαδικασίες του ΚΠολΔ μετά το Ν. 4335/2015, ΕΠολΔ2015, 453, Κ. Μακρίδου, Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις του ΣχΝΚΠολΔ ως προς την τακτική διαδικασία- συζήτηση στο ακροατήριο, ΕΠολΔ 2/2014, σελ. 191, Δ. Μπαμπινιώτη, Η ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατά τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ΕΠολΔ 2014, σελ. 224-225 και υποσημ. 8, 9 και 10, X. Σεβαστίδη, Οι ειδικές διαδικασίες στον νέο ΚΠολΔ, ν. 4335/2015, Εισήγηση στην Εθνική Σχολή Δικαστών 01.12.2015, ΕλλΔνη 2016, 73).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι, δυνάμει των αναφερόμενων νομίμως μεταγεγραμμένων τίτλων κτήσης, ο ίδιος και η εναγόμενη είναι συγκύριοι ενός οικοπέδου, ευρισκόμενου στ[…], επί του οποίου έχει γίνει σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών και ο ίδιος είναι αποκλειστικός κύριος της οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου διαμερίσματος με ΚΑΕΚ […] και με στοιχεία 1-1, εμβαδού 100,48 τ.μ. και της αέρινης στήλης, ήτοι του μέλλοντος να αναγερθεί διαμερίσματος επί του δεύτερου ορόφου της οικοδομής, με ΚΑΕΚ […] και με στοιχεία Β-1, εμβαδού 100,48 τ.μ., ενώ η εναγόμενη είναι αποκλειστική κυρία της οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου με στοιχεία Α-1, εμβαδού 100,48 τ.μ. Ότι η εναγόμενη έχει κατασκευάσει αυθαίρετα στην κοινόχρηστη αυλή του οικοπέδου κτίσμα, το οποίο αποτελεί λεβητοστάσιο πετρελαίου για τις ανάγκες της θέρμανσής της, το οποίο (κτίσμα) ο ίδιος με εξώδικες δηλώσεις του κατά τα έτη 2022 και 2023 της ζήτησε να κατεδαφίσει, διότι, λόγω του αυθαίρετου χαρακτήρα αυτής της κατασκευής, υπάρχει κίνδυνος να επέλθει έκπτωσή του από το πρόγραμμα «Εξοικονομώ κατ' οίκον», το οποίο απαιτεί να μην υπάρχουν αυθαίρετες κατασκευές. Ότι το Τμήμα Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου […] έχει ήδη διενεργήσει αυτοψία επί του κτίσματος και έχει συντάξει σχετικώς την υπ’ αριθ. πρωτ. […]/30.11.2023 και με αριθμό […]/2023 έκθεση αυτοψίας, σύμφωνα με την οποία έχει χαρακτηρίσει αυτό (κτίσμα) ως αυθαίρετο, ενώ με το υπ’ αριθ. πρωτ. […]/24.11.2023 έγγραφό του χορήγησε προθεσμία τεσσάρων μηνών για την κατεδάφιση και απομάκρυνση της αυθαίρετης κατασκευής, σε διαφορετική περίπτωση προέβλεψε ότι θα επιβάλλονταν τα ορισθέντα με την ως άνω έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής πρόστιμα ανέγερσης και συντήρησης, που βαρύνουν και τον ίδιο τον ενάγοντα ως συγκύριο του οικοπέδου. Ότι, παρά τα ανωτέρω, η εναγόμενη δεν προέβη στην κατεδάφιση της αυθαίρετης κατασκευής ούτε έχει καταβάλει τα αναγκαία πρόστιμα ώστε να νομιμοποιήσει την αυθαίρετη κατασκευή και, για τον λόγο αυτό, κατόπιν κατάθεσης σχετικής αίτησής του, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. […]/2025 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δικάζοντος με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη υποχρεώθηκε να προβεί σε άρση του αυθαίρετου χαρακτήρα του ως άνω κτίσματος, πλην όμως η εναγόμενη ουδέν έπραξε μέχρι σήμερα. Ότι, επιπλέον, κατά την εγκατάσταση φυσικού αερίου στην ιδιοκτησία της εναγόμενης, οι σωλήνες του φυσικού αερίου τοποθετήθηκαν και επί της δικής του ιδιοκτησίας. Ότι, επίσης, η εναγόμενη έχει τοποθετήσει παράνομα και αυθαίρετα στο κιγκλίδωμα του μπαλκονιού της συλλέκτες ηλεκτρικού θερμοσίφωνα και δορυφορική κεραία τηλεόρασης, οι δε παράνομες αυτές ενέργειές της δημιουργούν κίνδυνο αποκόλλησης του μπαλκονιού της, λόγω του βάρους των προαναφερόμενων αυθαιρέτως τοποθετηθέντων επ’ αυτού αντικειμένων, και τραυματισμού των διερχόμενων προσώπων κάτωθι αυτού, όπου βρίσκεται και η δίοδος εντός του κοινού οικοπέδου, αλλά και κίνδυνο έκπτωσής του από το ως άνω πρόγραμμα. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη α) να καθαιρέσει άμεσα το αυθαίρετο κτίσμα του λεβητοστασίου σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής, άλλως να του επιτραπεί να το πράξει ο ίδιος με έξοδα της εναγόμενης, β) να απομακρύνει από το μπαλκόνι της τον ηλιακό θερμοσίφωνα και τους συλλέκτες αυτού, καθώς και τη δορυφορική κεραία τηλεόρασης και γ) να απομακρύνει τους σωλήνες φυσικού αερίου από την ιδιοκτησία του, όλα δε τα παραπάνω με την απειλή χρηματικής ποινής 1.000,00 ευρώ και προσωπικής κράτησης έξι (6) μηνών για κάθε παράβαση της εκδοθησόμενης απόφασης και, τέλος, να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Από το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα της ένδικης αγωγής συνάγεται ότι πρόκειται για διαφορά ανάμεσα σε ιδιοκτήτες ορόφων από τη σχέση της ιδιοκτησίας και με αυτή επιζητείται η επίλυση διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ως συνιδιοκτητών της προαναφερόμενης οικοδομής, που διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3741/1979 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και όχι η αναγνώριση ή διεκδίκηση της κυριότητας του ενάγοντος επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ή της συγκυριότητάς του επί κοινόκτητου μέρους της οικοδομής, η οποία (συγκυριότητα) τυχόν αμφισβητείται από την εναγόμενη. Συνεπώς, και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως μεν, καθ’ ύλην και κατά τόπο, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 7, 8, 9, 10, 14, 22, 29 ΚΠολΔ), πλην όμως απαραδέκτως εισάγεται με την προκειμένη τακτική διαδικασία, αφού συνιστά διαφορά που προκύπτει από οριζόντια ιδιοκτησία, κατά την έννοια του άρθρου 614 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δικάζεται με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ’ άρθρο 614 επ. ΚΠολΔ. Κατόπιν τούτου και δεδομένου ότι οι προβλέψεις της παραπάνω ειδικής διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών διαφέρουν ουσιωδώς από αυτές της εν προκειμένω τηρηθείσας τακτικής διαδικασίας, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η υπόθεση πρέπει, κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας του Δικαστηρίου, αλλά και κατ’ αποδοχή του σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης, να παραπεμφθεί σε νέα συνεδρίαση του παρόντος αρμόδιου, καθ’ ύλην και κατά τόπο, Δικαστηρίου προκειμένου να δικασθεί κατά τη προσήκουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - διαφορών από οριζόντια ιδιοκτησία (άρθρα 591 παρ. 6, 614 παρ. 2 ΚΠολΔ), η δικάσιμος της οποίας θα προσδιορισθεί με την κατάθεση κλήσης από τον επιμελέστερο των διαδίκων. Τέλος, διάταξη περί εξόδων δεν θα περιληφθεί στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, δεδομένου ότι η απόφαση, με την οποία παραπέμπεται η υπόθεση να δικαστεί κατά την προσήκουσα διαδικασία, είναι μη οριστική, καθόσον το ίδιο Δικαστήριο συνεχίζει την εκδίκαση της υπόθεσης, κατά την προσήκουσα διαδικασία (βλ. Μακρίδου, Ειδικές διαδικασίες στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μετά το Ν. 4335/2015, 2017, σελ. 11-12, Σινανιώτη, Ειδικές διαδικασίες κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, γ' έκδ., 2008, σελ. 7-8, Ποδηματά, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τομ. II, άρθρ. 591, αριθ. 11)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την αγωγή προς εκδίκαση σε άλλη συνεδρίαση του παρόντος αρμόδιου Δικαστηρίου, που θα προσδιορισθεί με την κατάθεση κλήσης από τον επιμελέστερο των διαδίκων, προκειμένου να δικασθεί κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (διαφορών από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία).
ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στη Λαμία, στις 23 Οκτωβρίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων αυτών.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
