Αριθμός 1060/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Σάββα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2026, με την παρουσία και του Γραμματέα […], για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α.Μ. του Θ., που δεν παραστάθηκε, 2) Μ.Μ., συζ. - ήδη χήρας Α.Μ., κατοίκου […], 3) Δ.Μ. του Α., 4) Χ.Μ. του Α., κατοίκων […], 5) Π.Μ. του Α., κατοίκου […], 6) Γ.Μ. του Α. και 7) Μα.Μ. του Α., κατοίκων […], οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αφροδίτη - Φανουρία Καραΐσκου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Α.Μ. του Θ. (1ος ως άνω) απεβίωσε στις […] 2024 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, 2η, 3ος, 4η, 5η, 6ος και 7η των αναιρεσειόντων, εκπροσωπούμενοι από την ίδια.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «[…]», που εδρεύει στ[…] Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-4-2026 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2020 αγωγή των 2ης, 3ου, 4ης, 5ης, 6ου και 7ης των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Α.Μ. του Θ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: […]/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και […]/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-3-2024 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αναστάσιο Σάββα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α΄, 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, και στην αναιρετική δίκη προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος του ή συμβεί άλλη μεταβολή στο πρόσωπο κάποιου εξ αυτών, η οποία επηρεάζει την ικανότητα της δικαστικής παραστάσεώς του ή την εξουσία εκπροσωπήσεως του νομίμου αντιπροσώπου. Η κατά τα ανωτέρω διακοπή επέρχεται δια της γνωστοποιήσεως του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο είτε δια της επιδόσεως δικογράφου είτε δια προφορικής δηλώσεως στο ακροατήριο (όχι όμως με τις προτάσεις - Α.Π. 714/2020) ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη [ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός διάδοχος – κληρονόμος του (Ολομ. Α.Π. 22/2000, Α.Π. 347/2025, Α.Π. 5/2024)]. Τη γνωστοποίηση αυτή μπορεί να κάνει και ο μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του λόγου της διακοπής πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε η διακοπή (Α.Π. 1028/2025, Α.Π. 741/2024) ενώ η επανάληψη της διακοπείσης δίκης μπορεί να γίνει εκουσίως δια ρητής ή σιωπηράς δηλώσεως του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (Α.Π. 1028/2025, Α.Π. 723/2024 – και δια της κοινοποιήσεως κλήσεως προς συζήτηση της υποθέσεως, Α.Π. 170/2025, Α.Π. 1067/2024, Α.Π. 1673/2023), στην οποία μάλιστα (κλήση) η ιδιότητα του καλούντος ως κληρονόμου δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικώς αλλά δύναται να προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου της - Α.Π. 194/2012). Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικώς (Α.Π. 699/2024). Εν προκειμένω από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα: Μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και συγκεκριμένα την […] 2024 απεβίωσε ο πρώτος αναιρεσείων (Α.Μ. του Θ.), κάτοικος εν ζωή […] (βλ. το από 1.4.2026 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου που έχει συντάξει ο Ληξίαρχος του δήμου […]), κατέλιπε δε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και όσον αφορά την ένδικη αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστη ένεκα του κατά το ένδικο ατύχημα θανάτου του τέκνου του Θ.Μ. του Α. τους λοιπούς αναιρεσείοντες, ήτοι τη σύζυγό του Μ.Μ. (δεύτερη αναιρεσείουσα) και τα τέκνα του Δ.Μ. (τρίτο αναιρεσείοντα), Χ.Μ. (τέταρτη αναιρεσείουσα), Π.Μ. (πέμπτη αναιρεσείουσα), Γ.Μ. (έκτο αναιρεσείοντα) και Μα.Μ. (έβδομη αναιρεσείουσα) (βλ. το υπ' αριθμόν […]/2026 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Πρωτοδικείου […] περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, το υπ' αριθμόν πρωτ/λου […]/3.10.2024 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών που έχει συνταχθεί από το Δημοτολόγιο του δήμου […] και το από 21.4.2026 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως που έχει συντάξει ο Δήμαρχος του δήμου […]). Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η δια της ασκήσεως της ενδίκου από 22.3.2024 (Γεν.Αρ.Κατ.: […]/2024, Ειδ.Αρ.Κατ.: […]/2024) αιτήσεως αναιρέσεως ανοιγείσα δίκη, να θεωρηθεί ως διακοπείσα ως προς τον ανωτέρω αποβιώσαντα (αρχικώς) πρώτο αναιρεσείοντα, περαιτέρω δε, ενόψει του ότι: α) η ιδιότητα των ανωτέρω καθολικών διαδόχων - κληρονόμων του πρώτου αναιρεσείοντος δεν αμφισβητείται και β) δια καταχωρηθείσης στα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου δηλώσεως της πληρεξουσίας τους δικηγόρου, οι παρασταθέντες αυτοβούλως (Α.Π. 181/2011, πρβλ. Ολομ. Α.Π. 27/1987, Α.Π 639/2016) και καταθέσαντες προτάσεις κατά τη συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως (προβάλλοντας τους ισχυρισμούς τους - Ολομ. Α.Π. 31/2009, Α.Π. 1238/2020, Α.Π. 712/2020), υπεισελθόντες στη δικονομική θέση του θανόντος – πρώτου αναιρεσείοντος, καθολικοί του διάδοχοι γνωστοποίησαν το διακοπτικό της δίκης γεγονός του θανάτου του, νομίμως επαναλαμβάνεται εκουσίως η διακοπείσα λόγω θανάτου δίκη (άρθρα 286 περ. α΄, 287 παρ. 1 και 290 Κ.Πολ.Δ.- Α.Π. 1245/2025, Α.Π. 1023/2023, Α.Π. 882/2020). Κατά τα λοιπά, η υπό κρίση από 22.3.2024 (Γεν.Αρ.Κατ.: […]/2024, Ειδ.Αρ.Κατ.: […]/2024) αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 614 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ.) (τελεσίδικη) υπ' αριθμόν […]/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β΄, 556, 558 Κ.Πολ.Δ.), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει (ούτε άλλωστε τα διάδικα μέρη επικαλούνται) επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ενδίκου υποθέσεως, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδικάσεώς της είναι η εξής: Δυνάμει της ασκηθείσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 614 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ.), από 18.12.2020 (Γεν.Αρ.Κατ.: […]/2020, Ειδ.Αρ.Κατ.: […]/2020) αγωγής, οι ενάγοντες: 1) Α.Μ. του Θ. (πρώτος αναιρεσείων - ήδη αποβιώσας και κληρονομηθείς, κατά τα προεκτεθέντα), 2) Μ.Μ. (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), 3) Δ.Μ. του Α. (ήδη τρίτος αναιρεσείων), 4) Χ.Μ. του Α. (ήδη τέταρτη αναιρεσείουσα), 5) Π.Μ. του Α. (ήδη πέμπτη αναιρεσείουσα), 6) Γ.Μ. του Α. (ήδη έκτος αναιρεσείων) και 7) Μα.Μ. του Α. (ήδη έβδομη αναιρεσείουσα), εξέθεσαν ότι, κατά τον ειδικότερα αναφερόμενο στην αγωγή τόπο και χρόνο, ο Ι.Μπ. (τρίτος – μη διάδικος) οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας […] Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, το οποίο, κατ' εκείνον το χρόνο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες τις δυνάμενες να προκληθούν εις βάρος τρίτου από την κυκλοφορία του στην εναγομένη - ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη, προκάλεσε εξ υπαιτιότητός του το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Θ.Μ. του Α., οδηγού της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας […] δικύκλου μοτοσικλέτας, κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έλαβε χώρα υπό τις ειδικότερα στην αγωγή περιγραφόμενες συνθήκες. Με βάση το ιστορικό αυτό, κατόπιν τροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και παραιτήσεως από το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, αιτούντο να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (στον δε πρώτο και γι' αποζημίωσή του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή) τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα ποσά. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν […]/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά τα ειδικότερα στην απόφαση οριζόμενα. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ασκήθηκε από τους ενάγοντες η από 19.10.2021 (Γεν.Αρ.Κατ.: […]/2021, Ειδ.Αρ.Κατ.: […]/2021) έφεση και από την εναγομένη η από 5.8.2021 (Γεν.Αρ.Κατ.: […]/2021, Ειδ.Αρ.Κατ.: […]/2021) έφεση. Οι εκκαλούντες αμφοτέρων των εφέσεων, για τους αναφερομένους σε αυτές (εφέσεις) λόγους, που ανάγονταν σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αιτούντο την εξαφάνιση άλλως την υπέρ εκάστου μεταρρύθμιση) της εκκαλουμένης αποφάσεως, ώστε κατά μεν τους ενάγοντες να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή τους κατά δε την εναγομένη να απορριφθεί στο σύνολό της η ίδια αγωγή. Επί των εν λόγω εφέσεων εκδόθηκε η υπ' αριθμόν […]/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (προσβαλλομένη), με την οποία αφού διατάχθηκε η συνεκδίκαση των εφέσεων, έγιναν αυτές (εφέσεις) τυπικά δεκτές και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την κατ' ουσίαν επανεκδίκαση της αγωγής, αυτή (αγωγή) έγινε εν μέρει δεκτή, κατά τα ειδικότερα σε αυτήν (απόφαση) εκτιθέμενα.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι επί αδικοπραξίας, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του υπαιτίου και της ζημίας (Α.Π. 31/2025). Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (Α.Π. 44/2024) ενώ είναι αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου ευρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (Α.Π. 209/2018, Α.Π. 1269/2017). Αντιστοίχως, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρόσφορη και ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία, την οποία και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολομ. Α.Π. 18/2004). Εξάλλου, μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια. Αμέλεια, η οποία είναι αόριστη νομική έννοια (Ολομ. Α.Π. 15/2006) υπάρχει, κατ' άρθρο 330 εδ. β΄ Α.Κ., όταν δεν καταβάλλεται η απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια που μπορούσε να καταβληθεί με συνέπεια έτσι ο δράστης είτε να μην έχει προβλέψει το ζημιογόνο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του είτε να το έχει μεν προβλέψει ως δυνατό, να έχει όμως πιστέψει ότι δεν θα επερχόταν, ειδικότερα δε επί αυτοκινητικού ατυχήματος, αμέλεια υφίσταται, όταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθίστατο δυνατή η αποτροπή της συγκρούσεως. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι απεδείχθησαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (Α.Π. 1079/2024). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας (και της συνυπαιτιότητας) είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 131/2026, Α.Π. 1079/2024, Α.Π. 1342/2023). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, γιατί η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 848/2025, Α.Π. 457/2025). Περαιτέρω, επί αυτοκινητικού ατυχήματος, κριτήριο επιμελούς συμπεριφοράς είναι η εκ μέρους του εμπλακέντος οδηγού τήρηση ή όχι των κανόνων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), η έγκαιρη ή μη αντίληψη του κινδύνου, καθώς επίσης και η ύπαρξη δυνατότητος ή μη διενεργείας αποφευκτικού ελιγμού ενώ η συνδρομή υπαιτιότητας δεν αποκλείεται καταρχήν από το γεγονός ότι στο βλαπτικό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχουσα αμέλεια του ζημιωθέντος (εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος) αλλά η ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ. (Α.Π. 1458/2025). Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας καθώς και ο βαθμός του πταίσματος εκάστου εμπλακέντος σε ατύχημα δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ο ένας εξ αυτών παραβίασε διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεών του δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος. Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 131/2026, Α.Π. 848/2025, Α.Π. 347/2025). Επίσης, και μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών του (Α.Π. 30/2025, Α.Π. 44/2024). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 19 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά το άρθρο 19 παρ. 1, ο οδηγός οχήματος επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, β) κατά το άρθρο 19 παρ. 2, ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, γ) κατά το άρθρο 19 παρ. 3, ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας ... κατά τη διέλευση του από κατοικημένες περιοχές ..... ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (Α.Π. 131/2026, Α.Π. 30/2025). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 Ν. 2696/1999 «Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...» (Α.Π. 131/2026, Α.Π. 848/2025). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 2696/1999 - Κ.Ο.Κ. για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού, νοείται ως ισόπεδος οδικός κόμβος «κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές» ενώ, κατά το ίδιο άρθρο παραχώρηση προτεραιότητας είναι «η υποχρέωση οδηγού οχήματος να μη συνεχίσει ή επαναλάβει την κίνηση ή τους ελιγμούς του, εάν, ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί να υποχρεώσει τους οδηγούς άλλων οχημάτων να μεταβάλλουν απότομα την κατεύθυνση ή την ταχύτητα των οχημάτων τους ...» (Α.Π. 309/2019, Α.Π. 144/2017). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 Ν. 2969/1999, η Ρ-2 πινακίδα (STOP), που τοποθετείται πριν από τον κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητος στα οχήματα, τα οποία κινούνται στην οδό προς την οποία πλησιάζει (Α.Π. 1220/2018, Α.Π. 734/2016, Α.Π. 557/2016, Α.Π. 328/2014) δεν αποκλείεται δε, κατά τις περιστάσεις, να κριθεί συνυπαίτιος (άρθρο 300 Α.Κ. - Α.Π. 632/2018, Α.Π. 39/2013) και ο οδηγός, ο οποίος πλησιάζοντας σε ισόπεδο κόμβο, αν και είχε προτεραιότητα, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 και 19 Ν. 2696/1999 - Κ.Ο.Κ., δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του, ρυθμίζοντας την ταχύτητά του, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου (Α.Π. 1658/2002) και τούτο γιατί η προτεραιότητα του δεν είναι απόλυτη υπό την έννοια ότι δεν του ανήκει σε οιαδήποτε απόσταση και αν ευρίσκεται από τη διασταύρωση κατά τη στιγμή της προβολής του εξερχομένου από τη δευτερεύουσα οδό οχήματος - είναι προφανές, ότι δικαιούται κάποτε να διέλθει και ο κινούμενος στην τέμνουσα οδό οδηγός, ήτοι ο έχων επί της πορείας του πινακίδα Ρ-2 (STOP), όταν δηλαδή, κατόπιν ελέγχου διαπιστώσει ότι η διασταύρωση είναι ελεύθερη. «Ελεύθερη» νοείται η διασταύρωση όταν τα οχήματα που κινούνται επί της οδού στην οποία πλησιάζει και έχουν προτεραιότητα, ευρίσκονται εις τοιαύτη απόσταση, που με το επιτρεπόμενο εκάστοτε ανώτατο όριο ταχύτητος να μην προλαβαίνουν να φθάσουν εις αυτήν, ενώ, αντιθέτως ο έτερος οδηγός, επί της πορείας του οποίου ευρίσκεται η πινακίδα Ρ-2 (STOP) και μη έχων κατά τα προεκτεθέντα προτεραιότητα, προλαβαίνει να διέλθει (Α.Π. 309/2019, Α.Π. 1220/2018, Α.Π. 301/2018, Α.Π. 199/2018, Α.Π. 577/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε δια ψευδούς ερμηνείας είτε δια κακής εφαρμογής, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ. Α.Π. 1/2022, Ολομ. Α.Π. 4/2021, Ολομ. Α.Π. 2/2021). Με τον από τον αρ. 1 εδ. α΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολομ. Α.Π. 3/2020). Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 1009/2021). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β΄ Κ.Πολ.Δ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση βάσει αυτών της αληθούς εννοίας κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. (Ολομ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1060/2024). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του εδ. β΄ του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ιδρύει το σχετικό αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση βάσει αυτών της αληθούς εννοίας αυτού, ιδίως όταν ο κανών δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολομ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 708/2025, Α.Π. 1060/2024) γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 69/2019). Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 704/2017). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνος δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ. Α.Π. 1/2020, Ολομ. Α.Π. 2/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 837/2025, Α.Π. 3/2025). Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 250/2023, Α.Π. 78/2020). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολομ. Α.Π. 15/2006, Α.Π. 78/2020). Συνεπώς ως «αιτιολογία» που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της αποφάσεως, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως και δεν έχει εφαρμογή η ανωτέρω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολομ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 1459/2025). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Ολομ. Α.Π. 6/2020, Ολομ. Α.Π. 1/2020, Ολομ. Α.Π. 6/2019, Ολομ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 13/2026, Α.Π. 848/2025). Πάντως, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολομ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1032/2025). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικώς με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 2112/2025, Α.Π. 1514/2025). Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 250/2023, Α.Π. 53/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: «…Στ[…] Ν. Φθιώτιδας, στις 25/10/2020, ημέρα Κυριακή, περί ώρα 15.45 μ.μ., ο Ι.Μπ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας […] ΙΧΦ αυτοκίνητο, τύπου TOYOTA HILUX, 2.446 κ.ε., έμφορτο με δέκα τελάρα περιέχοντα φρούτα και πέντε τσιμεντόλιθους, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες από την κυκλοφορία του στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της Λεωφόρου [Α] με κατεύθυνση από Ανατολή προς Δύση προσεγγίζοντας την κάθετη συμβολή της με την οδό [Β], όπου υφίστανται δύο πινακίδες με την ένδειξη Ρ-2 (STOP) στην πορεία του. Την ίδια χρονική στιγμή ο Θ.Μ. του Α., γεννηθείς την […], οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας […] δίκυκλη μοτοσικλέτα, τύπου SANYANO MAXSYM, 565 Κ.Ε., εκινείτο επί της οδού [Β] με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης, προσεγγίζοντας την συμβολή της με την Λεωφόρο [Α] - από δεξιά σε σχέση με την πορεία του προαναφερόμενου ΙΧΦ αυτοκινήτου. Στο σημείο αυτό η Λεωφόρος [Α] είναι διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 7,80 μέτρων σε κάθε ρεύμα κυκλοφορίας, το οποίο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Δύση όπου εκινείτο το ως άνω ΙΧΦ, διαπλατύνεται σε 15,60 μέτρα πριν την συμβολή με την οδό [Β] λόγω της δεξιάς κλίσης του πεζοδρομίου, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωριστική νησίδα στο μέσον του οδοστρώματος που διακόπτεται στη συμβολή των οδών ευθεία και οριζόντια. Η οδός [Β] είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος 11,80 μέτρων, ευθεία και οριζόντια. Στην κάθετη συμβολή της οδού υπάρχουν δύο πινακίδες με την ένδειξη Ρ-2 (STOP) επί της Λεωφόρου [Α] οι οποίες έχουν απόσταση μεταξύ τους περί τα 20 μέτρα, πινακίδα με την ένδειξη Κ-16 (κίνδυνος λόγω συχνής διέλευσης παιδιών) επί αμφοτέρων των οδών σε απόσταση περίπου 100 μέτρων πριν την κάθετη συμβολή των οδών και διάβαση πεζών σε απόσταση περίπου 50 μέτρων επί της οδού [Β] πριν την κάθετη συμβολή των οδών, ενώ δεν υφίστανται σηματοδότες. Κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχε συνήθης κυκλοφορία οχημάτων επί των οδών και απεριόριστη ορατότητα των οδηγών, ανώτατον δε όριο ταχύτητας ήταν 50χλμ/ώρα ως κατοικημένη περιοχή. Ο οδηγός της με αριθμό κυκλοφορίας […] δίκυκλης μοτοσικλέτας κινούμενος στο μέσον περίπου του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού [Β] και με ταχύτητα περίπου 70 χλμ/ώρα επιχείρησε με αμείωτη ταχύτητα να διασχίσει κάθετα τη συμβολή των οδών και να συνεχίσει την πορεία του επί της οδού [Β] προς την έξοδο της πόλης. Την ίδια χρονική στιγμή ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας […] ΙΧΦ αυτοκινήτου, κινούμενος στο δεξιό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας της Λεωφόρου [Α] και με ταχύτητα περίπου 60-65 χλμ/ώρα, φθάνοντας στην διασταύρωση δεν ακινητοποίησε το όχημά του ενόψει των άνω δύο πινακίδων STOP, προκειμένου να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων επί της οδού [Β] ώστε να παραχωρήσει σε αυτά την προτεραιότητα ως όφειλε, αλλά επιχείρησε με αμείωτη ταχύτητα να διασχίσει κάθετα τη συμβολή των οδών και να συνεχίσει την πορεία του επί της Λεωφόρου [Α] προς Δυσμάς. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, αφού διέσχισε το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού [Β] προς την πόλη και πριν προλάβει να διασχίσει το ρεύμα κυκλοφορίας της ίδιας οδού προς την έξοδο της πόλης, να παρεμβληθεί αιφνιδίως στην πορεία της κανονικά κινούμενης δίκυκλης μοτοσικλέτας και το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας να προσκρούσει επί του πλάγιου εμπρόσθιου δεξιού μέρους του ΙΧΦ αυτοκινήτου - στο ύψος του εμπρόσθιου δεξιού τροχού του, με το σημείο σύγκρουσης να βρίσκεται επί του δεξιού τμήματος του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού [Β] προς την έξοδο της πόλης, στο ύψος περίπου της συμβολής των οδών. Συνεπεία της πρόσκρουσης, το ΙΧΦ αυτοκίνητο εξετράπη της πορείας του διαγώνια προς τα αριστερά, σε σχέση με την αρχική πορεία του και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 11,60 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, ενώ ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας εκτινάχθηκε διαγώνια προς τα δεξιά, σε σχέση με την αρχική τον πορεία, σε απόσταση 13,50 μέτρων και επέπεσε με το κεφάλι του επί του οδοστρώματος. Η μοτοσικλέτα εξετράπη της πορείας της προς τα δεξιά και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση λίγων μέτρων χωρίς να αφήσει χαραγές επί του οδοστρώματος. Περί των ανωτέρω σαφής και πειστική κρίνεται η ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Β.Τ., που λήφθηκε στο πλαίσιο της διενεργηθείσας προανάκρισης, ο οποίος παρευρισκόμενος τυχαία στην περιοχή και χωρίς να τυγχάνει γνωστός είτε και φίλος αμφοτέρων των εμπλεκομένων οδηγών, κατέθεσε κατηγορηματικά ότι ο οδηγός του ΙΧΦ δεν σταμάτησε καθόλου στην διασταύρωση. Η ταχύτητα του ΙΧΦ υπολογίζεται σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας στα 60-65χλμ/ώρα, από το γεγονός ότι ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 11,60 μέτρων, όπως προκύπτει από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα οδικού τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε στις 25/10/2020 ο Αρχιφύλακας της Τροχαίας […]. Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίζεται ότι στην πορεία της μοτοσικλέτας πριν από τη διασταύρωση υπήρχε φωτεινός σηματοδότης με διπλό κίτρινο φως κυκλικής μορφής, που αναβόσβηνε, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι από την από 25/10/2020 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του τμήματος τροχαίας […] του Αρχιφύλακα […] από το προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας […] σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμ. πρωτ. […]-2021 βεβαίωση του Δήμου […] προκύπτει ότι στην πορεία της μοτοσικλέτας δεν υπήρχε φωτεινός σηματοδότης. Η ανυπαρξία του εν λόγω σηματοδότη επιβεβαιώνεται πλήρως και από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες φωτογραφίες της ένδικης διασταύρωσης όπου εμφαίνεται ότι υφίσταται μόνον πινακίδα περιορισμού της ταχύτητας στα 50 χλμ/ώρα και πινακίδα συχνής διέλευσης μαθητών. Το γεγονός ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκινείτο με ταχύτητα περί τα 70 χλμ/ώρα κρίνεται σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής από τα ακόλουθα: 1ον Το ΙΧΦ εισήλθε στην άνω διασταύρωση, διέσχισε κάθετα ολόκληρο το προς το κέντρο της πόλης ρεύμα πορείας της οδού [Β] πλάτους 11,80 μέτρων ήτοι 5,90 μέτρων ανά ρεύμα κατεύθυνσης, πέρασε το μέσον του κόμβου και εισήλθε κάθετα στο προς την έξοδο της πόλης ρεύμα της οδού αυτής ενώ δε διέσχιζε το ρεύμα αυτό και πλησίαζε στην έξοδο του κόμβου με ταχύτητα περί τα 60 με 65 χλμ/ώρα, προσέκρουσε στη δεξιά πλευρά αυτού, στο ύψος του εμπρόσθιου δεξιού τροχού, η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Θ.Μ. Εάν ο τελευταίος εκινείτο με ταχύτητα 50 χλμ/ώρα, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, θα είχε αντιληφθεί εγκαίρως την πορεία του άνω ΙΧΦ που οδηγούσε ο Ι.Μπ. και θα είχε εγκαίρως τροχοπεδήσει το όχημα του είτε και θα είχε κάνει ικανό αποφευκτικό ελιγμό. Από το προαναφερόμενο όμως σχεδιάγραμμα καθώς και από την ανωτέρω έκθεση αυτοψίας προκύπτει αφενός ότι δεν υπάρχουν ίχνη τροχοπεδήσεως επί του οδοστρώματος και αφετέρου ότι αμφότερα τα εμπλεκόμενα οχήματα δεν διαθέτουν σύστημα ABS εξαιτίας του οποίου ενδεχομένως δικαιολογείται η απουσία ιχνών τροχοπεδήσεως. Συνεπώς κρίνεται ότι ο Θ.Μ. δεν αντελήφθη εγκαίρως παρόλο που μπορούσε λόγω της θέσεως κινήσεως αμφοτέρων των οχημάτων και της απεριόριστης ορατότητας επί της άνω διασταυρώσεως την κίνηση του ΙΧΦ, με αποτέλεσμα να μην τροχοπεδήσει το όχημα του. Τούτο δε οφείλεται στην αυξημένη ταχύτητα των 70 χλμ/ώρα, δεδομένου ότι το ΙΧΦ εκινείτο με ταχύτητα 60-65 χλμ/ώρα. Με τα δεδομένα αυτά, το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην συγκλίνουσα (αμέλεια) υπαιτιότητα αμφοτέρων των εμπλεκομένων οδηγών. Ειδικότερα ο οδηγός του ΙΧΦ ευθύνεται σε ποσοστό 80% διότι από έλλειψη της προσοχής που μπορούσε και όφειλε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων (κίνηση σε κατοικημένη περιοχή, συνήθης κυκλοφορία οχημάτων, πινακίδα Ρ-2 στην πορεία του), δεν ακινητοποίησε το όχημα του ενώπιον της πινακίδος STOP, ούτε έλεγξε εάν μπορούσε να διασχίσει με ασφάλεια την διασταύρωση παραχωρώντας την προτεραιότητα στα κινούμενα οχήματα επί της οδού [Β] και δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την πορεία της κανονικά κινούμενης δίκυκλης μοτοσικλέτας - καίτοι είχε προς τούτο ορατότητα, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία αυτής και να προκαλέσει την σύγκρουση των δύο οχημάτων, παραβιάζοντας ταυτόχρονα τις διατάξεις των άρθρων 4, 12 παρ. 1 και 26 του Ν. 2696/1999. Ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας ευθύνεται σε ποσοστό 20% στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος διότι από έλλειψη της προσοχής δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο επί της μοτοσικλέτας του ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και ούτε είχε ρυθμίσει ορθά την ταχύτητα του αλλά ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη της κατ' ανώτατο όριο επιτρεπόμενης και της επιβαλλόμενης από τις επικρατούσες συνθήκες και τις περιστάσεις (κίνηση σε κατοικημένη περιοχή, διέλευση μπροστά από σχολικό κτίριο, προσέγγιση σε ισόπεδο οδικό κόμβο, πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ - 16 «κίνδυνος λόγω συχνής κίνησης παιδιών» τυχόν κίνηση άλλου οχήματος στον κόμβο), την οποία δεν ανέκοψε, μειώνοντας τούτη σε επίπεδα κατώτερα του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου των 50 χλμ/ώρα, έτσι ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την κίνηση της μοτοσικλέτας που οδηγούσε, πριν από κάθε προβλέψιμο εμπόδιο ή κίνδυνο που θα βρισκόταν ορατό έμπροσθεν του παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 26 παρ. 1 του ΚΟΚ. Κατά συνέπειαν πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η κατ' άρθρο 300 ΑΚ ένσταση της εναγομένης περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος». Με την προαναφερθείσα κρίση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθρα 297, 298, 300, 330 εδ. β΄ και 914 Α.Κ.), τις οποίες ορθώς εφάρμοσε ενώ διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς: α) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αμφοτέρων των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, ειδικότερα δε του συγγενούς των αναιρεσειόντων, οδηγού της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας […] δίκυκλης μοτοσικλέτας ως προς τις συνθήκες που συνέβη το ένδικο ατύχημα και του ενδίκου ατυχήματος και β) του επελθόντος (ζημιογόνου) αποτελέσματος. Πλέον συγκεκριμένα, με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της αμέλειας, που επέδειξαν αμφότεροι οι οδηγοί των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων (ειδικότερα ο συγγενής των αναιρεσειόντων) σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες (παραβάσεις) τελούν σε αιτιώδη συνάφεια προς το επελθόν αποτέλεσμα, καθόσον όπως έγινε δεκτό, ο συγγενής των αναιρεσειόντων οδηγώντας την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας […] δίκυκλη μοτοσικλέτα και κινούμενος στο μέσον περίπου του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού [Β] (με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης […], προσεγγίζοντας την συμβολή της με την Λεωφόρο [Α]), με ταχύτητα περίπου 70 χλμ/ώρα (ήτοι ανωτέρα της ανωτάτης επιτρεπομένης των 50 χλμ/ώρα), επιχείρησε με αμείωτη ταχύτητα να διασχίσει κάθετα τη συμβολή των οδών και να συνεχίσει την πορεία του επί της οδού [Β] προς την έξοδο της πόλης με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας που οδηγούσε επί του πλάγιου εμπρόσθιου δεξιού μέρους του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας […] Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ο οδηγός του οποίου έχοντας παραβιάσει δύο πινακίδες με την ένδειξη Ρ-2 (STOP) που υπήρχαν στην πορεία του, κινούμενος στο δεξιό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας της Λεωφόρου [Α] και με ταχύτητα περίπου 60-65 χλμ/ώρα, φθάνοντας στην διασταύρωση, δεν ακινητοποίησε το όχημά του ενόψει των άνω δύο πινακίδων STOP, προκειμένου να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων επί της οδού [Β] ώστε να παραχωρήσει σε αυτά την προτεραιότητα ως όφειλε, αλλά επιχείρησε με αμείωτη ταχύτητα να διασχίσει κάθετα τη συμβολή των οδών και να συνεχίσει την πορεία του επί της Λεωφόρου [Α] προς Δυσμάς, παρεμβληθείς έτσι στην πορεία της κανονικά κινούμενης δίκυκλης μοτοσικλέτας με το σημείο συγκρούσεως να βρίσκεται επί του δεξιού τμήματος του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού [Β] προς την έξοδο της πόλης, στο ύψος περίπου της συμβολής των οδών. Περαιτέρω, ενόψει της αναιρετικώς ανέλεγκτης παραδοχής της προσβαλλομένης περί του ότι ο δικυκλιστής διέθετε «απεριόριστη ορατότητα» επί της άνω διασταυρώσεως, δεν συντρέχει η επικαλουμένη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών για το λόγο, όπως διατείνονται ότι δεν προσδιορίζεται - εξειδικεύεται - αναλύεται: α) πόσο μήκος ήταν ευθεία η οδός [Β] (ήτοι η οδός επί της οποίας εκινείτο ο συγγενής των αναιρεσειόντων), β) σε ποια απόσταση από τη διασταύρωση της Λεωφόρου [Α] με την οδό [Β] βρισκόταν η υπ' αριθμόν κυκλοφορίας […] δίκυκλη μοτοσικλέτα, όταν ο οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας […] Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου εισήλθε στη διασταύρωση και επιχείρησε, με αμείωτη ταχύτητα να διασχίσει κάθετα τη συμβολή των οδών και να συνεχίσει την πορεία του, γ) δεν αναφέρεται – εξειδικεύεται γιατί οι οδηγοί των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων δεν αντελήφθησαν ο ένας την ύπαρξη του άλλου, δ) δεν διευκρινίζεται σε ποιο ακριβώς σημείο του ρεύματος κυκλοφορίας προς την έξοδο της πόλεως έγινε η σύγκρουση και πόσο απείχε αυτό από τη διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή, ε) πόσα μέτρα διάνυσε και κατέλαβε το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας […] Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο από το ρεύμα κυκλοφορίας προς την έξοδο της πόλεως, όπου έγινε η σύγκρουση, ε) αν απέμεινε υπόλοιπο και ελεύθερο τμήμα οδοστρώματος που θα επαρκούσε για την ελεύθερη διέλευση της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας […] δίκυκλης μοτοσικλέτας με ελιγμό αποφυγής, στ) αν το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού [Β] ήταν ελεύθερο, για να κριθεί αν υπήρχε δυνατότητα ελιγμού αποφυγής προς τα αριστερά, όπως εκινείτο η δίκυκλη μοτοσικλέτα και εντός του ρεύματος αυτού και ζ) πώς η υπέρβαση του ορίου ταχύτητος κατά 20 χιλιόμετρα/ώρα συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστούν τοιαύτες, εν πάση περιπτώσει, ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, βάσει των οποίων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε των προβαλλόμενων πλημμελειών της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται, πέραν, βεβαίως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται αναλυτικώς οι συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα. Επίσης, και οι λοιπές αιτιάσεις για έλλειψη νομίμου βάσεως, που είναι διάσπαρτες στον άνω (πρώτο) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς το ποια ήταν η ενδεδειγμένη ταχύτητα που θα επέτρεπε στον οδηγό της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας […] δίκυκλης μοτοσικλέτας να προβεί σε επιτυχημένη αντίδραση ώστε να αποφευχθεί το ένδικο ατύχημα και ποιος ήταν ο χρόνος που διέθετε ο δικυκλιστής προκειμένου να αντιδράσει, ώστε κατ' αντικειμενική κρίση να κριθεί αν υπήρχαν επαρκή τοπικά και χρονικά περιθώρια πρόσφορης αντιδράσεως ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση των οχημάτων) πλήττουν, υπό την επίφαση της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, καθόσον αναφέρονται στην από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, περαιτέρω δε στην ανάλυση και στάθμισή τους, και συνεπώς τυγχάνουν απαράδεκτες. Συνεπώς, αμφότεροι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αρ. 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την από τον αρ. 1 εδ. β΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια (παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας). Ειδικότερα διατείνονται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν προέβη σε ορθή υπαγωγή των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων δικαίου (άρθρα 914, 300 Α.Κ. και 4 παρ. 3, 14 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3, 21 παρ. 1 και 2 Ν. 2696/1999 – Κ.Ο.Κ.) που αφορούν τις νομικές έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας. Έτσι χρησιμοποιώντας εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, δέχθηκε ότι για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος βαρύνεται με συντρέχουσα αμέλεια και ο συγγενής τους, οδηγός της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας […] δίκυκλης μοτοσικλέτας, καίτοι: α) η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας […] Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου ήταν ικανή και πρόσφορη αφ' εαυτής να προκαλέσει το ένδικο ατύχημα, β) δεν προσδιορίζεται ο χρόνος που διέθετε ο συγγενής τους για να αντιδράσει, όταν κατέστη αντιληπτή η αντικανονική κίνηση του ετέρου εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα οχήματος και γ) δεν αιτιολογείται επαρκώς ότι ο δικυκλιστής – συγγενής τους δεν κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή, καθόσον ενόψει των συνθηκών του ενδίκου ατυχήματος (παραβίαση, δύο (2) μάλιστα πινακίδων STOP επί της πορείας του, σύγκρουση των οχημάτων εντός του ρεύματος πορείας της δίκυκλης μοτοσικλέτας), δεν ήταν δυνατόν ο οδηγός της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας […] δίκυκλης μοτοσικλέτας να προβλέψει και να αποφύγει το επελθόν αποτέλεσμα. Όμως, οι εν λόγω αιτιάσεις (και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως) τυγχάνουν απορριπτέες ως απαράδεκτες, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτές, ως διδάγματα κοινής πείρας, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 914, 300, 330 Α.Κ. και 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 21 παρ. 1 και 2 Ν. 2696/1999 - Κ.Ο.Κ.), όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β΄ Κ.Πολ.Δ., αλλά (αιτιάσεις) αναφέρονται αποκλειστικώς στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης». Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου «οικογένεια του θύματος», προφανώς διότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει εκ του σκοπού της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικώς από την απώλειά του και, προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών, στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά (Ολομ. Α.Π. 10/2011, Ολομ. Α.Π. 21/2000, Ολομ. Α.Π. 762/1992). Υπό την έννοια αυτή μεταξύ των προσώπων τούτων αναμφισβητήτως περιλαμβάνονται ο σύζυγος, τα τέκνα, οι αδελφοί του θανόντος (αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς), οι ανιόντες (παππούδες – γιαγιάδες) οι απώτεροι κατιόντες (εγγονός – εγγονή αλλά και δισέγγονα) και οι αγχιστείς συγγενείς πρώτου βαθμού του θανόντος, δηλαδή οι πενθερός, πενθερά, ο σύζυγος της θυγατρός (γαμβρός) ή η σύζυγος του υιού (νύφη) του θανόντος (Α.Π. 1194/2023, Α.Π. 447/2017) όχι όμως οι αγχιστείς περαιτέρω βαθμού (Α.Π. 1723/2012, Α.Π. 1503/2012). Επίσης περιλαμβάνονται, τα τέκνα του ενός συζύγου, που γεννήθηκαν από άλλο γάμο, τα οποία εν περιπτώσει θανατώσεως του συζύγου του δευτερόγαμου γονέως τους (δηλαδή του πατριού ή της μητριάς), δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς και ο μνηστήρας ή η μνηστή αυτού, ήτοι εκείνος/η που συνδέεται με το θύμα δια συμβάσεως για μελλοντικό γάμο, δηλαδή μνηστεία, η οποία καταρτίζεται με αμοιβαία υπόσχεση των μελλονύμφων για την τέλεση γάμου (Α.Π. 1677/2022, Α.Π. 454/2018, Α.Π. 43/2012), μετά δε τη θέση σε ισχύ του Ν. 4536/2015 «Σύμφωνο συμβίωσης, άσκηση δικαιωμάτων, ποινικές και άλλες διατάξεις», (Φ.Ε.Κ. Α΄ 181/24.12.2015), πρέπει να γίνει δεκτό ότι και εκείνος ή εκείνη που συμβιώνει σε ελεύθερη ένωση (ιδίως αν από την ένωση αυτή έχουν αποκτηθεί τέκνα - Α.Π. 1194/2023, Α.Π. 1159/2022), νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει αγωγή, κατ' άρθρο 932 εδ. γ΄ Α.Κ., περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Περαιτέρω, ο προσδιορισμός του καταβλητέου σε κάθε πρόσωπο της οικογένειας ποσού, λόγω της ψυχικής του οδύνης, μπορεί να διαφέρει κατά περίπτωση και απόκειται στην ελεύθερα εκτίμηση του δικαστηρίου, βάσει των υποβαλλομένων στην κρίση του περιστατικών, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (Α.Π. 80/2025). Κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει εν συνεχεία στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως, βάσει των κανόνων της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολομ. Α.Π. 10/2017, Ολομ. Α.Π. 19/2011) πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 291/2025, Α.Π. 1535/2024, Α.Π. 44/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1920/2022), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση εκάστου στοιχείου (Α.Π. 1821/2025, Α.Π. 457/2025, Α.Π. 265/2025, Α.Π. 174/2025). Η επιδίκαση της από το άρθρο 932 εδ. γ΄ Α.Κ. προβλεπόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως υπέρ των δικαιουμένων προσώπων, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της υπάρξεως, κατ' εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό είτε όλων των προσώπων αυτών είτε κάποιων ή κάποιου εξ αυτών από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως (Ολομ. Α.Π. 21/2000). Σκοπός της εν λόγω διατάξεως, η οποία δεν αποτελεί κύρωση εις βάρος του ζημιώσαντος, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη (ή τη ψυχική του οδύνη εν περιπτώσει θανάτου) λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγορία (Ολομ. Α.Π. 519/1977, Α.Π. 1347/2024), χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης), που δεν δύναται να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα (Α.Π. 97/2001). Βάσει του σκοπού αυτού αντλούνται, εν συνεχεία, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της εννοίας του «ευλόγου», εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του σκοπού της εν λόγω διατάξεως. Τέτοια στοιχεία είναι ιδίως, όπως προαναφέρθηκε: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος όπως και οι τυχόν προσωπικές σχέσεις των μερών, η συμπεριφορά του υπευθύνου μετά την πράξη, η ένταση και η διάρκεια του ψυχικού άλγους εκείνου που ζημιώθηκε, η ηλικία του και η απαιτούμενη για την καταπολέμηση του άλγους προσπάθεια, οι απώλειες και ελλείψεις στο συναισθηματικό κόσμο του παθόντος καθώς και η οικονομική (περιουσιακή) και κοινωνική κατάσταση των μερών, ιδίως του υποχρέου (Ολομ. Α.Π. 13/2002). Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α.Κ. «εύλογη» κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 Α.Κ. και μέσω αυτού από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας του Αστικού Κώδικα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανελέγκτως - Α.Π. 162/2023) βάσει των ισχυρισμών και των αποδεικτικών στοιχείων που θέτουν στη διάθεση του οι διάδικοι (Α.Π. 414/2019) και δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ (Ολομ. Α.Π. 10/2017, Ολομ. Α.Π. 9/2015, Ολομ. Α.Π. 6/2011, Α.Π. 163/2026, Α.Π. 457/2025, Α.Π. 291/2025, Α.Π. 265/2025). Και τούτο, γιατί μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1909/2024, Α.Π. 1545/2024, Α.Π. 1347/2024). Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ/γμα 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως» και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, έτσι, τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, βάσει του ισχύοντος, έως την προσφυγή στο Δικαστήριο, Δικαίου, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης αναλόγως) κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 Α.Κ. (Ολομ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1060/2024).
Εν προκειμένω, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικώς με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της επιδικασθείσης στους ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (άρθρο 932 Α.Κ.), τα ακόλουθα: «…Επιπλέον, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, ο αποβιώσας κατέλειπε μόνους συγγενείς κατά τον χρόνο θανάτου του, τον πρώτο και την δεύτερη των εναγόντων γονείς του, τον τρίτο, τέταρτη και πέμπτη των εναγόντων αμφιθαλείς αδελφούς του και τον έκτο και έβδομη των εναγόντων ετεροθαλείς αδελφούς του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών ήταν ηλικίας 42 ετών και ο θάνατος του προξένησε έντονο ψυχικό πόνο στους ως άνω συγγενείς του. Ειδικότερα, ο θανών, δημόσιος υπάλληλος, ζούσε στ[…] και διατηρούσε άριστες σχέσεις με τους γονείς και τα αδέλφια του. Οι ανωτέρω δοκίμασαν έντονο πόνο και θλίψη από την απώλεια του για την άμβλυνση του οποίου καθώς και για ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση, πρέπει να τους επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση. Λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του θανόντος, τον στενό συγγενικό δεσμό του με τους ενάγοντες, την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού άγχους αυτών, τις ελλείψεις και απώλειες στον συναισθηματικό τους κόσμο, τον βαθμό και το είδος της αμέλειας που βαρύνει τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, το συντρέχον πταίσμα του θανόντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, καθώς και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, πλην της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική, πρέπει να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν ποσού 80.000 ευρώ σε έκαστο του πρώτου και δεύτερης των εναγόντων ποσού 18.000 ευρώ σε έκαστο του τρίτου, τέταρτης και πέμπτης των εναγόντων και ποσού 15.000 ευρώ σε έκαστο του έκτου και έβδομης των εναγόντων». Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για την επιδίκαση των ως άνω χρηματικών ποσών στους ενάγοντες λόγω ψυχικής οδύνης, διέλαβε στην απόφαση του, ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο κρίσιμο ως άνω ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, έλαβε υπ' όψιν του τους προσδιοριστικούς παράγοντες που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., ήτοι τις συνθήκες του ατυχήματος, το βαθμό της βαρύνουσας τον θανόντα συντρέχουσας αμελείας, την ηλικία του τελευταίου, το βαθμό συγγένειας και αγάπης των εναγόντων και την κοινωνική - οικονομική κατάσταση εν γένει των διαδίκων φυσικών προσώπων). Οι κατά τα ανωτέρω αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν, με την κρίση του δε αυτή, το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που δικαιούται έκαστος των πρώτων και δεύτερης των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ως άνω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Επομένως, ο τέταρτος (και τελευταίος) από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, δια της επικλήσεως των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 Α.Κ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επεδίκασε στους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων εξ αυτής της αιτίας (χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης), τα προαναφερθέντα ποσά, τα οποία όμως, είναι δυσαναλόγως χαμηλά εν σχέσει προς τα επιδικαζόμενα σε ανάλογες περιπτώσεις, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Καθ' ο μέρος όμως το Εφετείο καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που δικαιούνται οι τρίτος, τέταρτη και πέμπτος των εναγόντων στο ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων (18.000) ευρώ έκαστος και οι έκτος και έβδομη των εναγόντων στο ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ έκαστος, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, δεν τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ψυχική οδύνη, που δέχθηκε ότι υπέστησαν οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς των ποσών που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως, ο τέταρτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος της ενδίκου αναιρέσεως, καθ' ο αφορά στους τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη των εναγόντων – αναιρεσειόντων, τυγχάνει βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως: α) να απορριφθεί ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα και τους υπεισελθόντες στην έννομη σχέση της δίκης – καθολικούς διαδόχους του πρώτου αναιρεσείοντος και β) να γίνει δεκτή ως προς τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη των αναιρεσειόντων. Ακολούθως, ως προς τους διαδίκους, κατά τους οποίους έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, ήτοι κατά το αφορών την αξίωση περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη των αναιρεσειόντων, να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. δ΄ Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιηθέν ισχύει). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, κατ' άρθρα 178, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου (Α.Π. 1227/2024, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 248/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει ως βιαίως διακοπείσα την ανοιγεία δια της ασκήσεως της από 22.3.2024 (Γεν.Αρ.Κατ.: […]/2024, Ειδ.Αρ.Κατ.: […]/2024) αιτήσεως αναιρέσεως δίκη ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Επαναλαμβάνει τη βιαίως διακοπείσα δίκη.
Απορρίπτει την αίτηση ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα και τους υπεισελθόντες στην έννομη σχέση της δίκης – καθολικούς διαδόχους του πρώτου αναιρεσείοντος.
Αναιρεί, ως προς τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη των αναιρεσειόντων, την υπ' αριθμόν […]/2022 (τελεσίδικη) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το ειδικότερα αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, ήτοι ως προς το κεφάλαιο της επιδικασθείσας στους τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη των αναιρεσειόντων χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
